Μ.Μ. Δηλώνετε άθεος, αλλά στην ταινία βγαίνει εντελώς το αντίθετο. Αυτό οφείλεται στο ότι αντιμετωπίζεται το θέμα με πολύ σεβασμό. Αναρωτιέμαι πόσο εύκολο είναι σε έναν άνθρωπο με διαφορετική ιδεολογία να το δει με αυτόν τον τρόπο.

Κ.Γ. Το θείο νομίζω ότι είναι κάτι που μας απασχολεί όλους. Από τη στιγμή που υπάρχει θάνατος θα υπάρχει και αυτή η αναζήτηση του θείου. Ο καθένας μπορεί για πολιτιστικούς λόγους, για λόγους παιδείας κτλ να κάνει το "μεγάλο άλμα" και να πιστέψει. Εγώ κάποια στιγμή της ζωής μου είπα "μάλλον δεν πιστεύω". Αλλά αισθάνομαι και την ανάγκη να πιστέψω. Είναι λίγο ειρωνικό, που παρόλο που αισθάνομαι την ανάγκη να πιστέψω, από μέσα μου το σκουλήκι της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας με τρωει. Είναι συνεχώς μια διαμάχή. Είναι όπως με τον Καβάφη. Στο τέλος της ζωής του πήγε ο παπάς να τον μεταλάβει. Ο Καβάφης δεν πίστευε στον Χριστιανικό Θεό. Ήταν μάλλον παγανιστής. Αλλά ούτε τον παγανισμό δεν μπορούσε να ασπαστεί απόλυτα. Τελικά όμως δέχτηκε και μετάλαβε, παρότι μάλλον δεν πίστευε. Ίσως σε παρόμοια φάση είμαι και εγώ. Κι όμως οι καλύτερες δουλειές γύρω από τη θρησκεία στον κινηματογράφο για μένα, είναι το "κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο" (Il Vangelo secondo Matteo) και το "Θεόρεμα" (Teorema) του Παζολίνι. Το πρώτο έχει να κάνει με τη ζωή του Χριστού με μια ντοκυμενταρίστικη ματιά, αλλά με μια απίστευτη ευλάβεια. Η σκηνή του θαύματος, είναι ένα απλό μοντάζ, ούτε εφέ ούτε τίποτε, καθόλου Χόλιγουντ. Απλά ξεκινά η μουσική και το θαύμα συμβαίνει. Αυτή τη σκηνή όσες φορές και να τη δω δακρύζω. Όσο για το "Θεόρεμα", η υπόθεση έχει ως εξής. Κατεβαίνει ο Θεός και διαλύει μια μεγαλοαστική Μιλανέζικη οικογένεια. Και όμως οι δυο αυτές σπουδαίες ταινίες έγιναν από έναν αριστερό και άθεο.

Μ.Μ. Συχνά τους ανθρώπους αυτούς που τρέχουν στα πανηγύρια "αναζητώντας το θαύμα" τους αντιμετωπίζουμε συγκαταβατικά και ελαφρώς ειρωνικά. Εσείς αν και απέχετε από τέτοιες λογικές προστατέψατε τους ήρωές σας...

Κ.Γ. Στην οικογένειά μου και ειδικά οι γυναίκες πηγαίνουν σε τέτοια πανηγύρια, σε τοπικές γιορτές, κάνουν τάματα. Δεν μπορώ να είμαι συγκαταβατικός απέναντί τους. Γεννήθηκα με αυτό το πράγμα και δεν μπορώ να το αρνηθώ. Το καταλαβαίνω και δεν είναι κιτς. Είναι βαθύτατα παγανιστικό για μένα. Έχει διονυσιακές και αρχαίες ρίζες και θα υπάρχει για πάντα. Ακόμα και φυσικομαθηματικός να είσαι μπορεί να πιστεύεις, δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Και οι περισσότεροι που βρίσκονται στην πρωτοπορία της τεχνολογίας και της έρευνας πιστεύουν, δεν είναι άθεοι. Δεν ξέρω κάποια στιγμή μπορεί και εγώ να αλλάξω. Με ενόχλησε και λίγο στη Θεσσαλονίκη το κατεστημένο που λέγαμε με τα "κιάλια όπερας"που έλεγε "Πώς το παίζει τώρα; Βρήκε ξαφνικά το Θεό και το Χριστόδουλο;". Και αν προσέξει κανείς, ορισμένα θαύματα στην ταινία είναι πολύ σκοτεινά. Της Κάτιας και του Κώστα. Η Κάτια μένει μεν έγκυος από τον "Εωσφόρο" Φώτη αλλά διαλύεται η σχέση της και τρωει φοβερό ξύλο από τον Κώστα. Το θαύμα της Μορφούλας με την μικρή - είναι ένα κομμάτι που θα ήθελα να το προσέξει και το κοινό - δεν γίνεται μέσα στο χώρο του εκκλησιαστικού πανηγυριού. Φεύγει η πιτσιρίκα, στο δάσος, κάπου στα βουνά. Έχει ένα παγανιστικό στοιχείο με τη φύση. Η τελευταία εικόνα εκεί που καταλαβαίνουμε ότι το παιδί έχει γιατρευτεί γίνεται κάτω από ένα τεράστιο δέντρο. Μπορεί να είναι μια λεπτομέρεια αλλά είναι μια συνειδητή επιλογή του τοπίου.

Θ.Γ. Ακόμα και το άλλο θαύμα είναι σκοτεινό. Η Σάντρα σώζεται αλλά μετά και αυτή και ο Μιχάλης παραδίδονται στην αστυνομία...

Κ.Γ. Μπορεί να έχει το στοιχείο της λύτρωσης και της καινούριας αρχής αλλά υπάρχουν ευθύνες και πρέπει να λογοδοτήσει.

Θ.Γ. Το χαρακτηριστικό στις ταινίες σας είναι η σκηνοθετική ματιά που έχετε. Είναι φρέσκια και "βιντεοκλιπιστικη". Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα πειράματος αλλά η γλώσσα με την οποία επιλέγετε να εκφράζεστε. Μπαίνετε καθόλου σε πειρασμό να κάνετε μια "συμβατική ταινία" με τις κλασσικές φόρμες;

Κ.Γ. Όχι με συμβατικές φόρμες. Θα επέλεγα να κάνω κάτι πάρα πολύ αργό, το άκρο αντίθετο με αυτό που κάνω. Κάπου φλερτάρω με αυτή την ιδέα. Η δική μου ματιά σχετικά με το ρυθμό των σκηνών κτλ, νομίζω προέρχεται από τον Καβάφη. Εγώ δεν μπορώ τον Παλαμά ή το Σολωμό, γιατί τα ποιήματά τους είναι ατελείωτα. Έχουν κάτι το επικό - δεν τους κατακρίνω - αλλά σαν φόρμα δεν μου πηγαίνει. Ο Καβάφης όμως μέσα σε 2-3 στίχους συμπυκνώνει ένα ολόκληρο σύμπαν, μια κοσμοθεωρία, μια αντίληψη. Και αυτό το επιγραμματικό στυλ στην αφήγησή του με γοητεύει. Η ματιά του Καβάφη και η περιγραφή του είναι "εικαστική".

Θ.Γ. Ίσως είναι νωρίς αλλά έχετε κάποιο σχέδιο για την επόμενη ταινία;

Κ.Γ. Είναι λίγο πρόωρο. Χρειάζεται πρώτα να κάνω μια ανασύνταξη δυνάμεων και πάθους. Και πρέπει να βρω ένα τρόπο να βγάλω κάποια χρήματα.

Μ.Μ. Θεωρείστε πλέον καταξιωμένος. Λέτε όμως ότι δεν έχετε μεγάλη ευχέρεια να βρείτε χρηματοδότες;

Κ.Γ. Σίγουρα ανοίγουν πόρτες ευκολότερα. Με κάθε ταινία ανοίγουν και περισσότερες. Νομίζω ότι η φιλοδοξία μου για την επόμενη ταινία είναι να κάνω μια επιστροφή στην Αγγλική γλώσσα. Να είναι μια παραγωγή Ελληνική ή Ευρωπαϊκή με θεματολογία ελληνική αλλά μάλλον στα Αγγλικά. Αυτό γίνεται και για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Η Αγγλική γλώσσα είναι η γλώσσα της παιδείας μου και δεν μπορώ να την απαρνηθώ όπως δεν μπορώ να απαρνηθώ ούτε τα ελληνικά που είναι η μητρική μου γλώσσα. Ας είμαστε και ρεαλιστές αυτή την εποχή ο παγκόσμιος πολιτισμός, είτε το θέλουμε είτε όχι, κυριαρχείται από μία γλώσσα, την Αγγλική. Εγώ δεν το βρίσκω ούτε καλό, ούτε κακό. Απλά συμβαίνει. Όλοι οι γνωστοί ευρωπαίοι σκηνοθέτες κάνουν ταινίες θέλουν δε θέλουν και στα Αγγλικά. Και αυτές είναι οι μεγάλες τους ταινίες με τη μεγαλύτερη απήχηση. Μια ελληνική ταινία όσο καλή και να είναι, η απήχησή της είναι εκ των προτέρων περιορισμένη. Και είναι κρίμα. Αλλά ο τρόπος για να εισάγω την Αγγλική γλώσσα σε μια ταινία με ελληνικότητα χωρίς να είναι κιτς και παρατραβηγμένο είναι μια πρόκληση.

Μ.Μ. Είστε αισιόδοξος για την νέα γενιά του Ελληνικού σινεμά;

Κ.Γ. Η φετινή παραγωγή ήταν περίπου 35-40 ταινίες. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν μια πολύ καλή σοδειά. Ο ιδιωτικός τομέας έβαλε χρήματα μαζί με τον κρατικό τομέα και έγιναν αυτές οι παραγωγές. Υπήρξαν για παράδειγμα και παιδία που έκαναν την πρώτη ταινία τους μεγάλου μήκους. Πιστεύω ότι η πλειοψηφία των ταινιών ήταν αρκετά καλές και το κοινό στη Θεσσαλονίκη τους φέρθηκε με κάποιο σεβασμό. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας δείχνει να υποχωρεί ίσως και γιατί επένδυσε σε λάθος επιλογές. Υπάρχει στην Ελλάδα ένα πρόβλημα με τα σενάρια. Δεν υπάρχουν οι άνθρωποι ή ο μηχανισμός για να φιλτράρονται τα σενάρια είτε μέσω από το Κέντρο Κινηματογράφου είτε από ιδιωτικές εταιρίες (script editors ή script readers). Υπάρχουν οι μηχανισμοί αλλά λειτουργούν τυπικά. Δεν υπάρχει ακόμη η πείρα.

Θ.Γ. Ο Δεκαπενταύγουστος, αρκετό καιρό πριν την πρεμιέρα του, έχει ένα καλοσχεδιασμένο site στο διαδίκτυο. Ποια η προσωπική σας σχέση με το Internet;

Κ.Γ. Εγώ έκανα μια ταινία το 1991 που λεγόταν "CAUGHT LOOKING" για ένα τύπο που έκανε interactive cybersex μέσω internet. Η σχέση μου με το internet αρχίζει λοιπόν από τότε. Θα έλεγα ότι είμαι παλαίμαχος. Τελευταία όμως δεν σερφάρω πολύ γιατί το βαριέμαι, μόνο όταν χρειάζομαι κάποιες συγκεκριμένες πληροφορίες. Μπαίνω όμως πολύ συχνά για τα e-mail μου, ακόμα και δέκα φορές τη μέρα.

Θ.Γ. Πολύ έντονη είναι και η μουσική της ταινίας από τον Άκη Δαούτη, και το τραγούδι από τη Γλυκερία. Πιστεύετε ότι το θέμα αυτό συνδέει την ταινία;

Κ.Γ. Ως ένα σημείο βοηθά να δεθούν οι διαφορετικές ιστορίες μεταξύ τους. Αν η κάθε ιστορία είχε το δικό της μουσικό θέμα θα γινόταν χαμός και η ταινία θα διαλυόταν. Το ενδεχόμενο αυτό το συζητήσαμε με τον Άκη Δαούτη και καταλήξαμε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν κουραστικό. Έτσι καταλήξαμε στην επιλογή ενός κοινού θέματος αλλά με πάρα πολλές παραλλαγές.

Μ.Μ. Μια τελευταία ερώτηση είναι αν Υπάρχουν κάποιοι δημιουργοί που να σας έχουν επηρεάσει; Παρατηρώ για παράδειγμα τις αναφορές σας στον Παζολίνι και τον Φασμπίντερ.

Κ.Γ. Αυτοί οι δύο είναι τα "ιερά τέρατα". Για παράδειγμα μου αρέσουν λιγότερο οι ταινίες του Φασμπίντερ αλλά με τραβά αυτή η οργή του. Πολλές από τις ταινίες του μάλιστα ήταν και κακοφτιαγμένες… Του ποδιού που λέμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ πέθανε στα τριανταεπτά του έκανε 40 ταινίες. Δεν είναι εκπληκτικό; Μου αρέσουν επίσης ο Lars von Trier, ο Haneke και ο Scorcese και ο Copolla παλιότερα. Επίσης με γοητεύουν τα film noir των δεκαετιών '50 και '60 αλλά και ο ιταλικός νεορεαλισμός. Δεν μπορώ να πω δηλαδή ότι έχω μόνο έναν αγαπημένο δημιουργό.

 

Μάθετε στο πρώτο μέρος της συνέντευξης για τα φοιτητικά χρόνια στο Λονδίνο, τις αφορμές για το σενάριο του Δεκαπενταύγουστου και πολλά άλλα!

Μάθετε στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης για το κλίμα στα γυρίσματα, την πορεία των ταινιών του διεθνώς και πολλά άλλα!

Επιστροφή στην κορυφή