Θ.Γ. Στις ταινίες σας έχετε και το ρόλο του σκηνοθέτη αλλά και του σεναριογράφου. Αυτό πιστεύετε ότι είναι κάτι το υποχρεωτικό; Θα μπορούσατε κάποια στιγμή να σκηνοθετήσετε και ένα ξένο σενάριο;

Κ.Γ. Θα ήθελα πάρα πολύ να δημιουργήσω μια συνεργασία με κάποιον σεναριογράφο. Το έχω πετύχει μόνο μια φορά σε μια ταινία μικρού μήκους που έκανα για το κανάλι 4. Είναι η πιο δύσκολη σχέση στον κινηματογράφο, περισσότερο και από εκείνη του παραγωγού με το σκηνοθέτη. Προς το παρόν βασίζομαι στις δικές μου δυνάμεις.

Μ.Μ. Είστε από τους νέους δημιουργούς στην ελληνική σκηνή που ξεχωρίζουν και για τη θεματολογία τους. Αυτό είναι κάτι που το επιδιώκετε ή προκύπτει ασυνείδητα μέσα από την προσωπική σας αναζήτηση αυτοέκφρασης;

Κ.Γ. Αυτή είναι δύσκολη αλλά και εύκολη ερώτηση. Νομίζω και το επιδιώκω αλλά και δεν θα μπορούσα να κάνω και διαφορετικά. Είναι μάλλον ο χαρακτήρας μου. Έχει ένα τσαμπουκά, δεν θέλει να συμβιβαστεί εύκολα. Και στις σχέσεις και στον έρωτα και στον κινηματογράφο και στα πάντα. Μπορείς να κάνεις μια εύκολη ταινία. Αυτά όμως εμένα μου φαντάζουν τελείως τηλεοπτικά. Μπορείς πάλι να ακολουθείς μια φόρμουλα στη λογική του art cinema που επικρατεί τα είκοσι τελευταία χρόνια. Το ζητούμενο όμως είναι το καινούριο.

Μ.Μ. Πιστεύετε ότι ο Δεκαπενταύγουστος έχει κοινά στοιχεία με την προηγούμενη ταινία σας "Από την άκρη της πόλης";

Κ.Γ. Νομίζω "πατάει" πάνω στις προηγούμενες ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους, δεν είναι κάτι ξεκάρφωτο. Αλλά είναι και ένα άλμα προς τα μπροστά. Η κάμερα έχει μια μεγαλύτερη ευχέρεια και δεξιότητα. Αλλά και αφηγηματικά - σεναριακά κάνει ένα άλμα. Η "Άκρη" ήταν πολύ ωραία σαν γροθιά στο στομάχι. Είχε αυτή την ένταση, οργή, βία που ταίριαζε με τη δική μου ψυχοσύνθεση εκείνη τη στιγμή και με των παιδιών. Και ταιριάξαμε βγάζοντας αυτό το εκρηκτικό μείγμα. Δεν ξέρω όμως αν θα το ξανάκανα γιατί είναι πολύ ψυχοφθόρο. Σεναριακά όμως ήταν πολύ βασική η ιστορία. Δεν ήταν ο σκοπός μου όμως το σενάριο σε αυτή την ταινία. Σκοπός μου ήταν να περιγράψω αυτό που λέμε μειονότητα στην Ελλάδα. Και σεξουαλική μειονότητα και εθνική μειονότητα και τα πάντα. Αυτή η ταινία νομίζω είναι πιο περίπλοκη σεναριακά. Έχει περισσότερες απαιτήσεις από το θεατή. Και από εμένα είχε περισσότερες απαιτήσεις. Ουσιαστικά στο μοντάζ είχα 4-5 "μπαλάκια" συνεχώς στον αέρα και έπρεπε να μπορώ να μεταφέρομαι από ιστορία σε ιστορία χωρίς να χάσω τον θεατή. Εάν το κατάφερα αυτό είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένος.

Θ.Γ. Πέρα από τα κοινά σημεία στις ταινίες υπάρχει και μια κοινή ομάδα ηθοποιών στο Δεκαπενταύγουστο και στην "Άκρη της Πόλης". Αυτό σημαίνει υπάρχει ένας κοινός κώδικας επικοινωνίας που κάνει τη συνεργασία σας πιο εύκολη; Ή μήπως, για να το πούμε απλά, "σας κάνουν οι φάτσες";

Κ.Γ. Και οι φάτσες μου κάνουν. Αλλά η συνεργασία είναι σαν μια φιλία. Θα ήταν υπέροχο να μπορείς να κρατάς γύρω σου άτομα και να δημιουργείς ένα "θίασο". Όχι θεατρικό θίασο αλλά κινηματογραφικό. Για παράδειγμα και ο Παζολίνι έβαζε πολλές φορές ίδια πρόσωπα στις ταινίες του. Ή ο Φασμπίντερ ο οποίος άρχισε από ένα θεατρικό θίασο και μετά εξελίχθηκε. Αλλά αυτό βοηθά πάρα πολύ και τον ηθοποιό και το σκηνοθέτη, γιατί υπάρχει ένας κώδικας επικοινωνίας και πολλά πράγματα δεν χρειάζεται καν να ειπωθούν. Σαν τηλεπάθεια, μια επικοινωνία σε άλλο επίπεδο. Αυτό βοηθάει και μακάρι να μπορώ και στο μέλλον. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει να φέρνω και καινούριο αίμα. Όπως η Ελένη Καστάνη που ποτέ δεν είχα συνεργαστεί μαζί της.

Μ.Μ. Μας έκανε εντύπωση η συμμετοχή της Ελένης Καστάνη στην ταινία, και μάλιστα στο συγκεκριμένο ρόλο. Γιατί ην είχαμε συνηθίσει σε πιο κωμικούς ρόλους, αλλά παρόλα αυτά λειτούργησε πάρα πολύ ωραία. Πώς ήταν η συνεργασία σας;

Κ.Γ. Απίστευτη. Ήταν πολύ επαγγελματίας. Εγώ την πρόσεξα στο Safe Sex. Είδα ένα κοντινό πλάνο μιας γυναίκας να κλαιει. Και είπα "αυτή είναι, αυτή είναι η Μορφούλα, δεν υπάρχει περίπτωση". Παρόλο που δεν μου άρεσε ο ρόλος της, είδα ένα κοντινό που ήταν η στιγμή της αληθοφάνειας σε όλη την ταινία και με "τσάκισε". Ήταν άψογος συνεργάτης και πάρα πολύ ταλαντούχα και μπορεί να κάνει τα πάντα από κωμωδία μέχρι δραματικούς ρόλους.

Θ.Γ. Πόσο εύκολα ήταν τα εξωτερικά γυρίσματα στο πανηγύρι της Παναγίας Σουμελά. Η δουλειά ανάμεσα σε εκατοντάδες προσκυνητές ήταν εμπόδιο; Πως αντιμετωπίσατε τις δυσκολίες αυτές;

Κ.Γ. Όντως οι σκηνές αυτές γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια του πανηγυριού. Όμως ήταν ωραία γιατί είχε και ένα ντοκυμεντερίστικο στοιχείο μέσα του. Γενικά όμως είχαμε προετοιμαστεί αρκετά καλά. Προσωπικά περίμενα τις δυσκολίες να είναι πιο έντονες και πιο μεγάλες. Γιατί μου λέγανε ότι είναι ένα τεράστιο πανηγύρι με λαοθάλασσες κόσμου και περίμενα κάτι σαν το πανηγύρι της Τήνου. Όμως δεν ήταν τόσο μεγάλο, αλλά όντως δύσκολο.

Θ.Γ. Το υγρό στοιχείο - όπως η θάλασσα ή η βροχή - είναι ο συνδετικός κρίκος στις ιστορίες της ταινίας. Αυτό είναι κάτι τυχαίο ή κρύβει κάποιο συμβολισμό;

Κ.Γ. Τι πιο ωραίο από το καλοκαίρι, στο ελληνικό τοπίο που επικρατεί η απόλυτη ξεραίλα και νοιώθεις την κάψα, να έρχεται η βροχή και είναι σαν να γυρίζεις σελίδα και να αρχίζεις νέο κεφάλαιο. Ειδικά στη Μάνη που είναι εκτός πραγματικότητας να βρέξει τον Αύγουστο.

Θ.Γ. Τι έχετε εισπράξει ως τώρα από τις αντιδράσεις του κόσμου από τις έως τώρα προβολές της ταινίας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη; Πιστεύετε ότι έχετε καταφέρει το στόχο για μια λαϊκή ταινία;

Κ.Γ. Πριν το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την ταινία την είδαν η μητέρα μου, ο αδελφός μου, οι φίλοι μου. Άτομα που πάνε κινηματογράφο τακτικά και σε άλλα που δεν πάνε ποτέ. Την έχω δείξει και σε Άγγλους φίλους μου στο Λονδίνο και εδώ. Και όλοι αυτοί εισπράττουν το κεντρικό μήνυμα της ταινίας που είναι η σχέση μάνας - παιδιού που ξεφεύγει από κάθε πολιτιστική ιδιαιτερότητα. Γιατί ο Δεκαπενταύγουστος έχει, ας χρησιμοποιώ ένα κλισέ: "πολύ Ελλάδα μέσα του". Είναι μια ιδιαίτερη γιορτή γιατί είναι βασισμένο στα ήθη τα έθιμα, στη σχέση που έχουν οι Έλληνες με τη θρησκεία. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε αυτούς που το είδαν στο εξωτερικό να συλλάβουν το μήνυμα. Και στη Θεσσαλονίκη φυσικά, αν εξαιρέσω την πρώτη προβολή, πήγε πολύ καλά. Η πρώτη προβολή δεν πήγε άσχημα, πήγε πολύ καλά, αλλά είναι όλο το Αθηναϊκό κατεστημένο που ανεβαίνει το πρώτο Σαββατοκύριακο και έβαλαν εμένα και το Χρήστο Δήμα για να "ζεστάνουμε το φεστιβάλ". Αλλά είχε ανέβει όλη η Αθήνα sui generis και "κοίταγαν με τα κιάλια όπερας να δουν τη έχει κάνει ο Γιάνναρης, το οργισμένο παιδί μας". Όμως η καλύτερη ανταπόκριση ήταν στη δεύτερη και στην τρίτη προβολή. Ειδικά στην τρίτη προβολή στην αίθουσα "Τάκης Κανελλόπουλος" ο κόσμος καθόταν και στους διαδρόμους και όρθιος, γινόταν ένας χαμός. Εγώ φοβήθηκα και δραπέτευσα. Αναρωτιόμουν πως θα μπορούσε να εισπράξει το κοινό υπό αυτές τις συνθήκες την ταινία. Μετά όμως οι συνεργάτες μου που έμειναν μου μετέφεραν το εκπληκτικό κλίμα. Μακάρι να είχα μείνει.

Θ.Γ. Οι ταινίες σας έχουν κάνει την πορεία τους σε διεθνή φεστιβάλ και έχουν αποκτήσει διανομή και σε σημαντικές χώρες του εξωτερικού. Είστε άλλωστε από τους λίγους αναγνωρίσιμους Έλληνες σκηνοθέτες στο εξωτερικό. Η διεθνής αυτή πορεία ήταν κάτι που επιδιώξατε; Την απολαμβάνετε ή σας αφήνει αδιάφορο;

Κ.Γ. Θα ήμουν μεγάλος ψεύτης εάν έλεγα ότι δεν με ενδιαφέρει η διεθνής αναγνώριση. Σίγουρα τις δουλειές τις κάνουμε κυρίως για τον εαυτό μας. Είτε είσαι εικαστικός, ζωγράφος, video artist, σκηνοθέτης κινηματογραφικός ή θεατρικός, σίγουρα έχεις κάποια ψυχική ανάγκη και κάνεις αυτή τη δουλειά. Θα ήταν μεγάλο ψέμα όμως να πεις ότι αφορά μόνο εμάς. Σαφώς χρειάζεται απήχηση στο κοινό. Και όσο μεγαλύτερο το κοινό τόσο μεγαλύτερη και η ευχαρίστηση του δημιουργού. Χωρίς όμως να κάνεις τις εκπτώσεις που αναγκάζονται πολλοί να κάνουν για να έχουν μαζική απήχηση. 

Θ.Γ. Έχετε δει κάτι διαφορετικό όταν προβάλλονται οι ταινίες σας στο εξωτερικό. Βλέπετε διαφορετικές αντιδράσεις από εκείνες του ελληνικού κοινού;

Κ.Γ. Πιστεύω ότι δεν είναι θέμα λαού. Η κάθε προβολή μιας ταινίας είναι διαφορετική. Η κάθε συγκυρία παίζει ρόλο. Είναι όπως ένα βιβλίο. Μπορεί ένα βιβλίο σε μια φάση της ζωής σου να μην περάσεις ούτε την πρώτη σελίδα. Και μετά από πέντε χρόνια να επανέρχεσαι και το απορροφάς. Νομίζω η "Άκρη της Πόλης" ή το "Three Steps To Heaven" νομίζω είχαν παρόμοια πορεία έξω. Στην Κορέα ή το Βερολίνο εισέπραξα διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν μεν οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες που δυσκολεύουν ένα συγκεκριμένο κοινό να μπει σε ορισμένες λεπτομέρειες αλλά γενικά νομίζω ότι οι αντιδράσεις είναι παρόμοιες. Για τον Δεκαπενταύγουστο δεν ξέρω. Για παράδειγμα μια Ελληνοαμερικάνα φίλη μου είδε την ταινία. Ξέρετε ποια ήταν η απορία της; "Γιατί όλοι φεύγουν και πανε μαζί διακοπές την ίδια εποχή;" Στην Αμερική δεν το κάνουν αυτό. Δεν είναι όπως στην Ευρώπη που τον Αύγουστο κλείνουν τα πάντα. Αυτό είναι άγνωστο εκεί. Αυτό ήταν το μεγάλο κόλλημά της. Ούτε η Παναγία, ούτε η Σουμελά, ούτε το ανδρόγυνο... τίποτε. Και γενικά μια ταινία μπορεί να σκοντάψει σε πράγματα που εμείς θεωρούμε αυτονόητα, κι όμως για κάποιον άλλο είναι άγνωστο.

 

Μάθετε στο πρώτο μέρος της συνέντευξης για τα φοιτητικά χρόνια στο Λονδίνο, τις αφορμές για το σενάριο του Δεκαπενταύγουστου και πολλά άλλα!

Μάθετε στο τρίτο μέρος της συνέντευξης ποιοι δημιουργοί τον επηρέασαν, ποιά η σχέση του με το Internet και πολλά άλλα!

Επιστροφή στην κορυφή