Θανάσης Γεντίμης (Θ.Γ.) Ας ξεκινήσουμε με δυο λόγια για το ρόλο σας. Είναι πολύ διαφορετικός από εκείνους που ερμηνεύετε συνήθως. Έχετε καθιερωθεί υποδυόμενος πιο γοητευτικούς χαρακτήρες...

Γιώργος Χωραφάς (Γ.Χ.) Όχι πάντα... Η αλήθεια είναι ότι έχω παίξει τα πάντα. Όμως μόνο εγώ το ξέρω γιατι αυτό διασπείρεται σε αρκετές χώρες. Έχω εργαστεί στην Ισπανία στην Αγγλία στην Αμερική στον Καναδά, στη Γαλλία πάρα πολύ. Και όλα αυτά που έχω κάνει δεν έχουν κυκλοφορήσει παντού. Μερικές φορές βλέπω πολωνούς που μου λένε ότι είδαν κάποιες ταινίες μου, βλέπω ανθρώπους από το Μαρόκο που μου λένε ότι είδαν κάποιες άλλες. Μόνο αν κάνεις μεγάλες αμερικάνικες ταινίες είσαι σίγουρος ότι έχουν παιχτεί παντού.

Θ.Γ. Έχετε δουλέψει σε τηλεόραση, θέατρο και κινηματογράφο με πολύ σημαντικούς δημιουργούς. Προσωπικά ποιό από τα τρία είδη σας "τραβά" περισσότερο;

Γ.Χ. Και τα τρία είδη έχουν μια διαφορετική λειτουργία, παίζουν ένα διαφορετικό ρόλο και απευθύνονται στο κοινό με διαφορετικό τρόπο το καθένα. Για παράδειγμα μπορείς να κάνεις μια σειρά στην τηλεόραση αγγίζοντας καθημερινά κοινωνικά και ψυχολογικά θέματα. Αυτό το κάνουν πολύ καλά οι Αμερικανοί με σειρές που έχουν. Μπορείς να κάνεις επίσης στην τηλεόραση μίνι-σειρές. Να πάρεις δηλαδή ένα μυθιστόρημα και να το αξιοποιήσεις καλύτερα απ' ότι αν το κάνεις στο σινεμά. Γιατί θα κάνεις σε οκτώ επεισόδια που ισοδυναμούν με οκτώ ταινίες ενενήντα λεπτών. Βέβαια όλα εξαρτώνται από το πόσο προσπαθείς και από την ελευθερία που σου δίνουν οι άνθρωποι του καναλιού και η agenda τους. Όλοι κάτι πουλάνε. Στο θέατρο πωλούν εισιτήρια, στην τηλεόραση πωλείται διαφήμιση. Και στο σινεμά βέβαια και αυτό έχει δυο κομμάτια. Έχει τη λειτουργία να διασκεδάσει τον κόσμο απλά για τη διασκέδαση. Από την άλλη έχει το ρόλο να προβληματίσει τον κόσμο. Συνήθως όμως οι καλές διασκεδαστικές ταινίες βρίσκουν τρόπο να προβληματίσουν το κοινό. Επίσης και οι σοβαρότερες ταινίες θα πρέπει να εισάγουν τον προβληματισμό τους με τρόπο διασκεδαστικό για να είναι πετυχημένες. Σαν ηθοποιός με ενδιαφέρει πιο πολύ μια ταινία που θα μιλήσει πιο βαθειά σε λιγότερους ανθρώπους, παρά μια πιο ανάλαφρη ταινία που θα μιλήσει σε πιο πολλούς. Με ενδιαφέρει περισσότερο γιατί απαιτεί περισσότερα από εμένα, τις δυνατότητες και την εμπειρία μου. Μπορεί να είναι πιο δύσκολη αλλά είναι σαφώς πιο ικανοποιητική.

Θ.Γ. Ψάχνοντας τη φιλμογραφία σας, είδαμε ότι η πρώτη τηλεοπτική σας εμφάνιση έγινε το 1985 στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Ροβήρου Μανθούλη. Τι θυμάστε από εκείνη την εποχή;

Γ.Χ. Τα γυρίσματα έγιναν πολύ πριν το 1985, απ' ότι θυμάμαι το 1983 με 1984. Αυτό ήταν η πρώτη μου εμπειρία σε σήριαλ στην τηλεόραση. Ο Μανθούλης έχει ένα τρόπο που δεν είναι καθόλου Αμερικάνικος και έχει έντονα στοιχεία Goddar που τα μεταφέρει και στην τηλεόραση. Απλά υπήρχαν τρομερές δυσκολίες, γιατί εκείνη την εποχή η ΕΡΤ είχε έναν γραφειοκρατικό τρόπο λειτουργίας. Για να πάρεις τότε τα χρήματα για το δεύτερο επεισόδιο έπρεπε να φέρεις όλα τα ημερήσια έξοδα - τιμολόγια για το πρώτο επεισόδιο. Εμείς γυρίζαμε όλα τα εξωτερικά στο Ισραήλ και όλα τα εσωτερικά στο στούντιο των Σπάτων. Δεν μπορούσαμε όμως γυρίζουμε επεισόδιο-επεισόδιο, να πάμε 12 φορές στο Ισραήλ και η γραφειοκρατία της ΕΡΤ μας απαγόρεψε να πάρουμε τα λεφτά. Και τελικά κάναμε τη δουλειά χωρίς να πάρουμε τα λεφτά, βάζοντας υποθήκη το σπίτι του Μανθούλη και της αδελφής του... ήταν μια φοβερή κατάσταση. Γιατί ο Μανθούλης ήταν και παραγωγός της σειράς και παιδεύτηκε πάρα πολύ. Λόγω της ιστορίας αυτής έρχονταν οι ηθοποιοί από το Βερολίνο, το Παρίσι και δεν μπορούσαν να πληρωθούν τα κοστούμια. Αυτός που τα έραβε δεν τα παρέδιδε στην παραγωγή, οι ηθοποιοί ξανάφευγαν και το πλάνο εργασίας πήγαινε πίσω. Και επιπλέον αύξανε το κόστος, και λόγω τις καθυστέρησης και των τόκων μειώνονταν τα λεφτά που έφταναν στα χέρια μας... Ήταν μια δραματική κατάσταση, λόγω γραφειοκρατίας. Τελικά όμως βγήκε κάτι με μια ατμόσφαιρα αξέχαστη. Στη Γαλλία μάλιστα έγινε cult-σειρά. Επιλέχτηκε να προβάλλεται αργά τη νύχτα... για τους ξενύχτηδες. Αλλά εγώ προσωπικά έχω πάρα πολλούς φίλους ξενύχτηδες, και όλοι γυρίζοντας σπίτι μισομεθυσμένοι από το ξενύχτι έβαζαν την τηλεόραση, "έπεφταν" πάνω σε αυτό και "έμεναν". Μετά μου έλεγαν πόσο αγαπούσαν αυτή τη σειρά. Και να σκεφτείς ότι δεν την έβλεπαν ολόκληρη, παρά μερικά επεισόδια. Η σειρά προβλήθηκε 20 φορές στη Γαλλική τηλεόραση.

Θ.Γ. Από το Hollywood κάνατε ένα πέρασμα αλλά μετά τον "Κολόμβο" σας ξέχασε. Ή μήπως εσείς το περιφρονείτε επειδή είστε εκλεκτικός στους ρόλους που διαλέγετε;

Γ.Χ. Αυτό ακριβώς είναι. Γιατί θα μπορούσα να είχα κάνει πολλά πράγματα, είτε καλού επιπέδου είτε κακού. Σταμάτησα όμως να το επιδιώκω. Για την ακρίβεια δεν ήταν μετά τον Κολόμβο αλλά μετά την "Απόδραση από το Λος Αντζελες" με τον John Carpenter. Όταν έκανα την ταινία του Carpenter έμεινα με όλη την οικογένεια μου, περίπου δύο χρόνια - αλλά πηγαινοερχόμουνα στην Ευρώπη βέβαια. Στο μεταξύ είχα ραντεβού για casting, όπως είχα κανονίσει με τον ατζέντη μου για να δούμε τι μπορεί να γίνει. Ο ατζέντης μου - δεν ξέρω αν ήταν λάθος - προσπαθούσε να μου δώσει ένα high profile. Με έβαζε σε ένα σωρό παραγωγές πολύ ακριβές και πολύ χολυγουντιανές. Και τίποτε δεν μου άρεσε. Πήγαινα βέβαια στα ραντεβού, αλλά πήγαινα χωρίς τη φλόγα. Όταν συνάντησα τον Carpenter, ας πούμε, τον συνάντησα με πολύ εγκαρδιότητα, γιατί μου άρεσε το σενάριο, με είχε τραβήξει, μου άρεσε ο Carpenter και από την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε περάσαμε πολύ ωραία και αισθανθήκαμε πάρα πολύ "κοντά".

Θ.Γ. Φαντάζομαι ότι η πιο συχνή ερώτηση που σας κάνουν θα είναι για τη συνεργασία σας με τον Marlon Brando. Ποιοί άλλοι ηθοποιοί με τους οποίους έχετε συνεργαστεί σας έχουν επηρεάσει.

Γ.Χ. Εκτός από Valeria Golino, με έχει εντυπωσιάσει πάρα πολύ η Judy Davis με την οποία έπαιξα το 1991 στην ταινία Impromptu. Στην ίδια ταινία γνωρίστηκα με την Emma Thompson και ακόμη κάπου κάπου βρισκόμαστε. Πάντως με έχει σημαδέψει το Mahabharata στο οποίο ξεκινήσαμε από το θεατρικό έργο. Είναι μια αξέχαστη εμπειρία με σπουδαίους ηθοποιούς. Όπως ο Πολωνός Ryszard Cieslak που τώρα έχει πεθάνει... και έπαιζε τον πατέρα μου, ήταν ένας ηθοποιός μοναδικός. Θυμάμαι επίσης τους Vittorio Mezzogiorno (Ιταλός), Andrzej Seweryn (Πολωνός), Bruce Myers (Βρετανός), Sotigui Kouyate (από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία), Mallika Sarabhai (Ινδή). Ήταν όλοι τους πολύ καλοί και μου έδωσαν στοιχεία.

Διαβάστε στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης τι μας είπε για τη νέα ταινία του (Το Τάμα), τις θρησκείες και τον Ελληνικό Κινηματογράφο... Κάντε κλίκ ΕΔΩ!

Επιστροφή στην κορυφή