Ερώτηση: Τι σας έκανε να πείτε "Θα γίνω σκηνοθέτης"; Πώς επιλέξατε τις Η.Π.Α. για τις κινηματογραφικές σας σπουδές;

Απάντηση: Έγινα σκηνοθέτης γιατί σε κρίσιμη ηλικία (18) εντυπωσιάστηκα από μερικές ταινίες : Blow up του Αντονιόνι, Η κατάσταση των Πραγμάτων, του Βέντερς, Βαριετέ, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (η ελληνική ταινία που αγαπώ περισσότερο). Στην Αμερική πήγα πολύ αργότερα, για να μάθω μια συγκεκριμένη τεχνική στην συγγραφή του σεναρίου, αλλά και διδασκαλία ηθοποιών . Αλλά ακόμα και τώρα αφού πήγα και ήρθα οι ίδιες ταινίες μου αρέσουν.

Ε: Πόσο σημαντική εμπειρία ήταν για σας, τα μαθήματα που παρακολουθήσατε στο Actors Studio; Τι μπορείτε να μας μεταφέρετε από το κλίμα σε αυτό το "θρυλικό" χώρο;

Α: Στο Actors studio ήμουν απλός παρατηρητής (guest). Δύο φορές την εβδομάδα έβλεπα ηθοποιούς να παίζουν σκηνές από θεατρικά έργα. Ακολουθούσε συζήτηση (στην οποία δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο τα μέλη) πάνω σε προβλήματα τεχνικής. Ακούγοντας π.χ. τις παρατηρήσεις του Άρθουρ Πεν σ' έναν ηθοποιό του Σπάικ Λη που έπαιξε μια σκηνή από τον Οθέλλο, κατάλαβα σε ποιο μήκος κύματος διδάσκει ο σκηνοθέτης τον ηθοποιό. 

Ε: Μετά τις σπουδές σας στις Η.Π.Α. απομυθοποιήθηκε η εικόνα που είχατε για την πολυδιαφημισμένη "Αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία";

Α: Όχι, γιατί δεν την είχα μυθοποιήσει ποτέ. Αυτό που διδάσκει η Αμερική τον κόσμο είναι αποτελεσματικότητα.

Ε: Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα στο χώρο;

Α: Προσπάθησα να βρω χρήματα για να γυρίσω ένα σενάριο που έγραψα στη Νέα Υόρκη. Δεν ήμουν έτοιμος για μεγάλου μήκους και γι' αυτό απέτυχα να βρω λεφτά. έτσι γύρισα μια μικρού μήκους, δούλεψα βοηθός σε δύο ταινίες του Παναγιωτόπουλου, και σκηνοθέτησα μια εκπομπή στη ΝΕΤ.

Ε: Έχετε συνεργαστεί με σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Τι σας έχουν "αφήσει" αυτές οι συνεργασίες; Πώς πιστεύετε ότι σας επηρέασαν;

Α: Από τον Αγγελόπουλο κρατάω την επιμονή του. Αναγνωρίζω την αξία του, αλλά το σινεμά του δεν με ενδιαφέρει πλέον καθόλου. Αντίθετα, με τον Παναγιωτόπουλου υπάρχει εκλεκτική συγγένεια. Δουλεύοντας μαζί του, άρχισα να παρατηρώ το φώς, ώσπου έμαθα να το χρησιμοποιώ για να μεταφέρω πρόσωπα και χώρους.
Πέραν της δουλειάς από τον Νίκο πήρα ένα ανεκτίμητο μάθημα ζωής που λέει ότι είναι δικαίωμά μας να αγαπάμε μια γυναίκα, έναν πίνακα του Μπονάρ, ή τον μπακαλιάρο με σκορδαλιά! Και αυτό, σε μια συνέντευξή του, ο Βιμ Βέντερς, το ονομάζει "ταυτότητα"

Ε: Τα φοιτητικά σας χρόνια τα περάσατε στην Αμερική. Παρόλα αυτά περιγράφετε εύστοχα ένα καθαρά Ελληνικό φαινόμενο, αυτό του "αιώνιου φοιτητή". Ποια ήταν τα ερεθίσματά σας;

Α: Δεν έχω διατελέσει ο ίδιος, αλλά έχω γνωρίσει "αιώνιους φοιτητές". Φοιτητές είναι και πολύ ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Μετά τον "Παίκτη", διάβασα τον "Χορό των Ρόδων" του Σουρούνη, ένα βιβλίο που με έστειλε στο καζίνο Λουτρακίου για να δω από κοντά αυτά που διάβασα και με εντυπωσίασαν. Ενώ όμως πήγα εκεί ως σεναριογράφο, γοητεύτηκα από το ντεκόρ και τα φώτα ως σκηνοθέτης.

Ε: Τι σας τράβηξε το ενδιαφέρον και σας έκανε να ασχοληθείτε με τον κόσμο των καζίνο;

Α: Με συγκίνησε το γεγονός πως πολλοί πάνε στο καζίνο για να βρούνε στο πρόσωπο του συμπαίκτη τους το σεβασμό που δε βρίσκουν αλλού (στη δουλειά, στο σπίτι, στη γυναίκα τους, στα παιδιά τους). Σεβασμό που, ως ετερόφωτα άτομα σε μια παραδοσιακή ακόμα κοινωνία σαν την ελληνική, έχουν ανάγκη για να ζήσουν. Και αυτό συμβαίνει επειδή ένα καζίνο είναι μια μικρή αταξική κοινωνία. Στις πέντε τα χαράματα μπορεί να δεις το φτωχό να δανείζει τον πλούσιο.

Μάθετε στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης για την επιλογή των πρωταγωνιστών, τα επόμενα σχέδιά του και πολλά άλλα!

Επιστροφή στην κορυφή