|
Θ.Γ. Παρακολουθώντας προσεκτικά την ταινία ο θεατής μπορεί να αντιληφθεί ένα παράξενο παιχνίδι με το χρόνο. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για αυτό;
Α.Π. Το παιχνίδι αυτό με το χρόνο μου έδωσε πραγματική χαρά όταν μόνταρα την ταινία. Αυτό το παιχνίδι συμβαίνει σε επτά σημεία. Στα σημεία αυτά η μουσική ενεργεί σαν κώδικας του χαλάσματος του χρόνου. Ανάμεσα στα σημεία αυτά είναι η σκηνή στην πόλη που κάνουν σωματική έρευνα στους άνδρες ακουμπισμένους στον τοίχο. Και γράφει ένα σύνθημα "Την Ελλάδα Θέλομε και ας τρώγομε πέτρες". Αυτό το σύνθημα το φωτογράφησε ο Σεφέρης το '55, όταν ήρθε στην Κύπρο. Και σωματικές έρευνες γινόταν στην Κύπρο μόνο το '55-'59 όταν είχε αρχίσει η δράση της ΕΟΚΑ. Αυτά τα άλματα στο χρόνο γίνονται κατανοητά ανάλογα με τη γνώση που έχει κανείς επί του αντικειμένου. Αν το ξέρεις, το καταλαβαίνεις. Αν δεν το ξέρεις πηγαίνεις παρακάτω και συνεχίζεις να παρακολουθείς την αφήγηση. Είναι σημαντικό να ξέρετε ότι εκείνη την περίοδο η Κύπρος ήταν κρατικά αταξινόμητη. Άρα ήταν Ελλάδα. Ήταν ένας ελληνικός τόπος εκτός των ελληνικών συνόρων πριν ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος. Όταν λοιπόν μιλάμε για ένα χωριό στην Πάφο μιλάμε για ένα χωριό στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα μικρό πράγμα αλλά τεράστιο σε σημασία. Για να γυρίσουμε στο παιχνίδι με το χρόνο, όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο τέλος ολόκληρη η αφήγησή του είναι ένα άλμα στο μέλλον, πάντα με τη μουσική να ακούγεται. Υπάρχει και ένα άλλο σημείο στο τέλος. Εκεί η Βαλέρια εμφανίζεται με κοιλιά εγκύου τουλάχιστον 5-6 μηνών. Πώς μπορούσε λοιπόν σε 33 ημέρες όχι μόνο να μείνει έγκυος αλλά να μεγαλώσει τόσο πολύ η κοιλιά της; Άρα πάλι κάτι συμβαίνει. Είναι τόσο εύκολο να κάνεις μια απλή ταινία. Για μένα ήταν ενδιαφέρον να σπάσω το χρόνο και είναι μια εμμονή μου αυτή αφού ο "Βιασμός της Αφροδίτης" πήρε στο Μανχαίμ το ειδικό βραβείο "για το στυλ της ταινίας και την έρευνα στο χώρο και το χρόνο". Η "Σφαγή του κόκορα" πήρε στο φεστιβάλ της Βάρνας, βραβείο "για την έρευνα στο χώρο και στο χρόνο" από το πανεπιστήμιο της Σόφιας. Και πρόσφατα κατάλαβα ότι το παιχνίδι με το χρόνο είναι για μένα μια γοητεία, η οποία είναι δυνατή μέσα από τον κινηματογράφο. Εγώ πιστεύω ότι αν δει ένα παιδάκι την ταινία θα την καταλάβει καλύτερα από έναν μεγάλο, γιατί πρόκειται για ένα ποιητικό τρόπο σκέψης που τον έχουν περισσότερο τα παιδιά.
Θ.Γ. Πρόκειται απλά για ένα παιχνίδι ή κρύβει ένα συμβολισμό;
Α.Π. Σίγουρα κρύβει κάποιο συμβολισμό. Ενώ είναι ένα ταξίδι 33 ημερών, γίνεται ένα ταξίδι στην ιστορία της Κύπρου και της Ελλάδας. Και ένα ταξίδι μέσα στη συνείδησή του ήρωα, που μπορεί να αρχίζει το '40 που φοράει βράκα και τελειώνει σε μια στιγμή που φοράει παντελόνι. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι ένα ταξίδι ακόμα μεγαλύτερο ως συνείδηση, μέχρι το 2001. Αρχίζει σαν ένας άνθρωπος του 1940 και τελειώνει σαν ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα. Δεν είναι όμως ανάγκη να σου πω εγώ ότι έτσι είναι. Αν εσύ το φαντάστηκες, -τότε έτσι είναι! Από τη στιγμή που το κείμενο "έφυγε" από μένα έχεις την ίδια δυνατότητα να ερμηνεύσεις το κείμενο όπως και εγώ. Και αυτά είναι δώρα που μπορείς να μου δώσεις.
Μ.Μ. Οι ταινίες σας χαρακτηρίζονται από την προσεγμένη φωτογραφία δίνοντας πανέμορφες εικόνες. Μήπως όμως με αυτή την επιλογή γίνονται λιγότερο προσιτές και δυσκολεύουν το κοινό;
Α.Π. Ας δυσκολευτεί... εγώ το κάνω επίτηδες. Το να κάνω μια ταινία "απλή" είναι πολύ εύκολο. Αλλά εγώ πρέπει να σεβαστώ το θεατή. Πρέπει να κάνω μια ταινία λαϊκή. Όχι λαϊκίστικη. Θέλω να προσκαλέσω το θεατή σε μια συνδιάλεξη μαζί μου. Για παράδειγμα η σκηνή με το όργιο, είναι ένα όνειρο για το πως ένας θρήσκος άνθρωπος μπορεί να ονειρεύεται αυτά τα πράγματα. Και αυτό είναι ένα παγανιστικό στοιχείο. Υπήρχε και συνέχεια, τριάντα επιπλέον δευτερόλεπτα, αλλά το έκοψα. Στην σκηνή που βρίσκεται ο Ευαγόρας πάνω στο δέντρο, δείχνει την αγάπη του για τη φύση. Το δεύτερο θέμα της ταινίας είναι η γονιμότητα. Η "Σφαγή του Κόκορα" είναι μια ταινία κίτρινη, στο χρώμα της ώχρας, γιατί ήταν άνυδρη - χωρίς έρωτα, χωρίς νερό. "Το Τάμα" είναι μια ταινία πράσινη, γιατί είναι μια ταινία για τη γονιμότητα. Στο "Τάμα" κάποιοι έχουν παιδιά, κάποιοι δεν έχουν, άλλοι θέλουν και δεν έχουν, ο Ευαγόρας, η νονά του, η Αφροδίτη, ο άνδρας της, οι ληστές κτλ. Όλη η ταινία είναι γύρω από το "γεννώ - δεν γεννώ", "έχω παιδιά - δεν έχω παιδία", "μπορώ να κάνω παιδία - δεν μπορώ να κάνω παιδιά".
Θ.Γ. Οι ελληνικές ταινίες δυσκολεύονται να κάνουν καλή πορεία στο εξωτερικό κυρίως εξαιτίας της γλώσσας. Το Τάμα εκτός από τη γλώσσα έχει και ένα ακόμη εμπόδιο να αντιμετωπίσει, αυτό της Ορθοδοξίας που κυριαρχεί στην ιστορία του. Συμφωνείτε με την διαπίστωση αυτή; Έχετε σχέδιά για την πορεία της ταινίας στο εξωτερικό;
Α.Π. Δεν εξαρτάται από μένα το αν θα πάει η ταινία στο εξωτερικό. Το έχω πει ξανά ότι εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ένα ακόμα εμπόδιο ανάμεσα στα άλλα για τις ελληνικές ταινίες. Αν για μια ταινία στη δύση Γαλλική, Ιταλική εμπόδιο μπορεί να είναι η αφήγηση, η δόμηση, η "καλλιτεχνικότητα", η τεχνική αρτιότητα, εμείς μπορεί να τα έχουμε όλα αυτά κι όμως να μην μπορούμε να πάμε στη δύση γιατί η ιδεολογία που φέρνουν οι ταινίες μας - άθελά μας - δεν τους εκφράζουν. Ένας άνθρωπος ο οποίος προσκαλεί κάποιον άλλο στο σπίτι του για να φαει και κάνει ένα τραπέζι σε δέκα άτομα ενοχλεί τους Γερμανούς. Μας βλέπουν γραφικούς. Γιατί αυτοί ως καλβινιστές πιστεύουν ότι "το ξοδεύειν εστί αμαρτάνειν". Νομίζουμε ότι οι Γερμανοί είναι τσιγκούνηδες αλλά όχι, απλά έτσι έχουν μάθει από μικροί ότι πρέπει να μαζεύουν. Αυτό το στυλ ζωής που αυτοί ξέρουν δεν μπορούν να το βρουν σε μια ελληνική ταινία. Και δεν είναι αυτό το μόνο παράδειγμα. Τελικά αυτό είναι ένα handicap, ένα ελάττωμα στη διάθεση των ταινιών μας στο εξωτερικό. Εγώ νομίζω ότι η επιτυχία του Αγγελόπουλου στο εξωτερικό έγκειται στο γεγονός ότι οι σινεφίλ πάνε να δούνε Αγγελόπουλο και όχι τις ταινίες του, και ο νοών νοείτω. Όσο για το αν θα πάει η ταινία σε ξένα φεστιβάλ, δεν εξαρτάται από το αν η ταινία είναι καλή αλλά από το ποιος σε προωθεί. Για να πάει μια ταινία πρέπει κάποιος να χτυπήσει το χέρι του στο τραπέζι... και σταματάω εδώ.
Μ.Μ. Οι προηγούμενες ταινίες σας έχουν κάνει διεθνή καριέρα, κερδίζοντας βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Για σας όμως τι είναι πιο σημαντικό: τα βραβεία και η γνώμη των κριτικών ή τα εισιτήρια και η γνώμη του κοινού;
Α.Π. Εγώ νομίζω ότι τα βραβεία έχουν σκοπό ύπαρξης εάν σε βοηθούν να πας παρακάτω, να κάνεις μια νέα ταινία. Όχι μόνο οικονομικά, αλλά σαν μια επιβράβευση η οποία δείχνει το status σου. Και τότε δεν χρειάζεται όταν πας ένα σενάριο να αρχίσουν να ψάχνουν τα γεννοφάσκια σου και το τι έχει κάνει η πρώτη σου ταινία, αλλά ξέρουν ποιος είσαι, που έχεις φτάσει και σε εμπιστεύονται για να πας πιο ψηλά. Αυτό μπορεί να το κάνει ένα κέντρο κινηματογράφου, ένας παραγωγός, ένας ηθοποιός που προηγουμένως δεν θα έπαιζε μαζί σου αλλά τώρα θα ήθελε να παίξει. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης των βραβείων. Για παράδειγμα στο Γερμανικό θέατρο ανάλογα με τις βραβεύσεις που έχεις, παίρνεις ανάλογα λεφτά για τη σκηνοθεσία σου. Εγώ για να σας πω την αλήθεια έχω κουραστεί με τα βραβεία. Ο "Βιασμός της Αφροδίτης" πήρε πέντε βραβεία. Η "Σφαγή του κόκορα" πήρε έντεκα βραβεία, ανακηρύχθηκε στη Βαρκελώνη καλύτερη Ευρωπαϊκή ταινία του 1997. Το "Τάμα" πήρε τρία βραβεία και μπορεί να πάρει και άλλα. Όμως εάν πάω κάπου, σε κάποιο φεστιβάλ και η ταινία είναι καλή θα ήθελα να αναγνωριστεί η αξία της. Αν υπάρχει καλύτερη, ας το πάρει εκείνη. Από την άλλη μεριά με ενδιαφέρει το κοινό, το οποίο εγώ σέβομαι. Γι αυτό κάνω αυτές τις ταινίες, που μπορεί κάποιος να πει ότι είναι δύσκολες. Το "Τάμα" δεν είναι καθόλου δύσκολη, είναι μια ταινία λαϊκή. Γελάς με λεπτό humor, το οποίο μπορεί να αντιπαρατεθεί με όλα τα κωμικά σήριαλ που παίζονται στην Ελληνική τηλεόραση για να γίνει κατανοητό πως πρέπει να είναι το humor σε μια ταινία. Το humor της ταινίας συγκρίνεται με εκείνο του Buster Keaton, του Charlie Chaplin, του Tati. Είναι αδύνατον, λοιπόν, να μην λαμβάνω υπόψη μου το θεατή, πάνω απ' όλα τον σέβομαι. Γιατί αυτός ως φορολογούμενος μου έχει δώσει τα μέσα για να κάνω αυτή την ταινία.
Θ.Γ. Το 1989 Στο Βερολίνο ζήσατε από κοντά την πτώση του τείχους και την κατάρρευση μιας ολόκληρης ιδεολογίας. Πόσο σας επηρέασε η εμπειρία αυτή στο γράψιμό σας και στις ταινίες σας;
Α.Π. Το Τάμα ξεκίνησε από αυτές τις εμπειρίες μου. Ήθελα να κάνω μια ταινία που να μιλάει για την πίστη, μια ταινία που θα μιλούσε για κάποια πράγματα πιο πνευματικά και όχι για το χρήμα. Κάποιοι πιστεύουν στον παράδεισο. Εγώ δεν πιστεύω, θα ήθελα έναν επίγειο παράδεισο. Αυτό τον επίγειο παράδεισο, ουτοπικά, μπορούσε να μου τον προσφέρει ο σοσιαλισμός. Η πρακτική του όμως μας απογοήτευσε και σε μια στιγμή κατέρρευσε. Αυτή η κατάρρευση, σήμαινε και το τέλος μιας πιθανής ουτοπικής πίστης, ότι θα μπορούσαν να βελτιωθούν τα πράγματα. Και ο κόσμος μετά την κατάρρευση του έμεινε πιο φτωχός. Εγώ θα ήθελα μια κοινωνία να πιστεύει σε κάποια άλλα πράγματα και όχι μόνο στα λεφτά. Γιατί με την επικράτηση του καπιταλισμού επιστρέψαμε σε μια κοινωνία η οποία είναι "αποκοινωνικοποιημένη". Με την επίδραση του σοσιαλισμού έγινε ο καπιταλισμός πιο ανθρώπινος. Γυρνώντας από το ανατολικό Βερολίνο, εκείνη τη νύχτα του Σεπτέμβρη του 1989, με το σοσιαλισμό συντρίμμια πίσω μου, κατάλαβα, συνειδητοποίησα ότι θα ήθελα να κάνω μια ταινία για την πίστη, για κάποιον ο οποίος πιστεύει. Όχι στο χρήμα αλλά σε κάτι άλλο πιο πνευματικό, στο Θεό.
Μ.Μ. Εσείς όμως έχετε δηλώσει ότι δεν πιστεύετε...
Α.Π. Εγώ σέβομαι αυτούς που πιστεύουν. Τους ζηλεύω. Η ενασχόληση με τα Θεία έχει αρχίσει να με βάζει σε αμφιβολίες. Ίσως και εγώ ασυνείδητα να πιστεύω. Διότι υπάρχει η παρατήρηση του Νίτσε, ότι "η μη ενασχόληση με τα Θεία, ενέχει κρυφή πίστη". Για παράδειγμα ο Μπονιουέλ που ήταν άθεος, ασχολήθηκε με τα Θεία... άρα υπάρχει μια αμφιβολία. Το ότι δεν πιστεύω δεν σημαίνει ότι δεν έχω το δικαίωμα να το κάνω. Και νομίζω ότι υπάρχει αυτό το "συμπάσχειν" με τον ήρωά μου... Δεν είμαι παρατηρητής. Υπάρχουν στοιχεία συμπάθειας σε αυτούς που πιστεύουν.
Θ.Γ. Πότε είπατε "Θα γίνω σκηνοθέτης"; Τι σας έχει μείνει από τις κινηματογραφικές σας σπουδές τη Μόσχα;
Α.Π. Το είχα αποφασίσει από πολύ νωρίς. Και μετά περνώντας ο χρόνος, θυμήθηκα ότι όταν πήγαινα να δω σινεμά στην Αμμόχωστο πήγαινα έξω από τις καμπίνες των μηχανικών προβολής. Οι μηχανικοί πάντα κόβουν "καδράκια". Μάζευα αυτά τα καδράκια και θυμάμαι μετά στο σπίτι, μόνος μου, προσπαθούσα να φτιάξω μηχανές προβολής με φακούς για να προβάλλω αυτά τα "καρέ". Επίσης, μικρός έκανα παραστάσεις καραγκιόζη και έρχονταν τα παιδία για να δουν. Μάλιστα επειδή δεν είχα δει ποτέ καλό θέατρο, δεν με ενδιέφερε στην αρχή το θέατρο. Μέχρι που πήγα στη Ρωσία και είδα "πραγματικό θέατρο" και κατάλαβα ότι με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Η αγάπη όμως για το σινεμά υπήρχε από πολύ νωρίς.
Θ.Γ. Είναι αλήθεια ότι η επόμενη ταινία σας θα έχει μεσαιωνικό θέμα;
Α.Π. Πραγματικά, είναι το επόμενο σχέδιό μου. Θα προσπαθήσω να κάνω μια μεσαιωνική ταινία η οποία θα πρέπει να είναι πολύ ακριβή, ώστε να μην μπω ποτέ στον πειρασμό να είμαι παραγωγός της. Δεν θα μπορώ να είμαι παραγωγός της. Εξ αντικειμένου θα είναι ακριβή, γιατί χρειάζονται άλογα, πανοπλίες, ντεκόρ, κομπάρσοι, κοστούμια...
Μ.Μ. Γιατί όμως μεσαιωνική; Σας εμπνέει η εποχή;
Α.Π. Ναι, έχω ήδη ένα σενάριο εδώ και πάρα πολύ καιρό. Έχω δύο γραφές του και μάλλον θα γραφτεί και τρίτη εκδοχή για να γίνει αυτή η ταινία.
Μ.Μ. Τα σενάρια για της ταινίες σας, θέλετε πάντα να τα γράφετε εσείς;
Α.Π. Θα ήθελα πάρα πολύ να βρεθεί κάποιος να μου πει "πάρε ένα σενάριο και κάντο ταινία". Όταν παίρνεις ένα σενάριο από κάποιον άνθρωπο, σίγουρα θα το κοιτάξεις, θα επιφέρεις πάνω του κάποιες αλλαγές, αν κάποια πράγματα σε ενοχλούν θα τα αλλάξεις. Εγώ με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα γύριζα το σενάριο ενός άλλου ανθρώπου, γιατί παίρνεις έτοιμο το κείμενο - παρά τις μικρές αλλαγές που μπορεί να κάνεις - και δεν έχεις το φόβο μπροστά στο λευκό χαρτί.
Θ.Γ. Ευχαριστούμε και καλή επιτυχία στο "Τάμα".
Μάθετε στο
πρώτο μέρος
της συνέντευξης για το κλίμα στα
γυρίσματα, το πώς γυρίστηκε το τέλος
της ταινίας, την εμφάνιση του ίδιου στην
ταινία και πολλά άλλα!
Επιστροφή στην κορυφή
|