|
Θανάσης Γεντίμης (Θ.Γ.) Δείχνετε ένας άνθρωπος που απολαμβάνει τη ζωή. Σας βλέπουμε πάντα με χαμόγελο, να απολαμβάνετε τα πούρα σας. Παρόλα αυτά δημιουργήσατε έναν ήρωα που είναι ολιγαρκής, που προσπαθεί να αποφύγει τους πειρασμούς και να μην απολαύσει τη ζωή. Τελικά έχετε κοινά στοιχεία με τον Ευαγόρα;
Ανδρέας Πάντζης (Α.Π.) Δεν έχουμε κοινά στοιχεία. Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός (γέλια). Ουσιαστικά εγώ πιστεύω σε αυτό που λεει ο Θεοφάνης σε μια στιγμή: "Δεν υπάρχει αμαρτία, υπάρχει μόνο άγνοια", που ουσιαστικά είναι μια φράση ατόφια από τον Christopher Marlowe, από το έργο "Ο Εβραίος της Μάλτας". Τίποτε δεν είναι αμαρτία. Αμαρτία είναι ουσιαστικά, για μένα, το βάλσιμο σε κάποια καλούπια, η προσαρμογή σε μια συμπεριφορά υπακοής. Στην ουσία αμαρτωλά είναι τα πιο ηδονικά, τα πιο γλυκά τα πιο ευχάριστα πράγματα, οπότε αφαιρώντας τη δυνατότητα έκφρασης σε αυτά τα πεδία, σημαίνει ότι ο άνθρωπος καταπιέζεται και είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει πειθήνιο όργανο και να χειραγωγηθεί. Καταλήγουμε, αν θέλετε, σε μια λειτουργία της θρησκείας που είναι πραγματικά τέτοια. Όταν γράφεις έναν ήρωα πρέπει να τον καταλάβεις, για να μπορέσεις να αποδώσεις. Αλλά δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά πρέπει να έχεις κοινά σημεία μαζί του. Για τον ίδιο λόγο θα έπρεπε ο Oliver Stone να είναι serial killer; Αυτό που πρέπει να κοιτάξεις είναι κατά πόσον ο ήρωας έχει μια αλήθεια, μια σχέση με την πραγματικότητα και πολλές φορές πρέπει να κοιτάξεις τους ήρωες σύμφωνα με τα μέτρα που αυτοί βάζουν. Δηλαδή, δεν μπορούμε να κοιτάξουμε ένα πίνακα ιμπρεσιονιστικό με τα μέτρα του κυβισμού.
Θ.Γ. Είναι κοινή διαπίστωση ότι οι ήρωες που δημιουργείτε είναι καλοδουλεμένοι. Και αυτό φαίνεται και από τις βραβεύσεις ρόλων στις ταινίες σας. Και στη "Σφαγή του Κόκορα" και στο "Τάμα" τον πρώτο ρόλο είχε ο Γιώργος Χωραφάς. Η συνεργασία σας πως είναι; Έχετε βρει έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας που κάνει πιο αποδοτική τη συνεργασία;
Α.Π. Νομίζω ότι πραγματικά έχουμε βρει έναν κώδικα επικοινωνίας. Καταλαβαινόμαστε με λίγα. Δεν υπάρχει, επίσης, αυτός ο εγωισμός που εμποδίζει τους ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά. Εγώ μπορώ να ακούσω οποιονδήποτε και αυτό είναι απόρροια της θεατρικής μου παιδείας και πρακτικής, επειδή κάνω συνέχεια θέατρο, κυρίως στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο κινηματογράφος είναι μια συλλογική τέχνη, προϋποθέτει ότι χρειάζεται συνεργασία με τον άλλο. Και εγώ με το Γιώργο και τη Βαλέρια έχουμε βρει τρόπους συνεργασίας, γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο, ξέρουμε πως θα δουλέψουμε. Αν εγώ ζητήσω κάτι, ξέρω πως να το κάνω, αν αυτοί θέλουν κάτι θα μου το ζητήσουν και θα το συζητήσουμε και αν πραγματικά υπάρχει περιθώριο να εφαρμοστεί θα εφαρμοστεί. Και σίγουρα οι δυο ταινίες αυτές δείχνουν ότι έχουμε μια καλή συνεργασία.
Θ.Γ. Ακούγεται ότι μέσα από συνεργασία βγήκε και το τέλος της ταινίας.
Α.Π. Είχα ένα τέλος στο μυαλό μου: "Αυτοί συναντώνται, κοιτάζονται, αυτή κλαιει, απομακρύνεται και χάνεται μέσα στο πλήθος". Αυτή η ιστορία με το Γιώργο να γελάει, η αμφισβήτηση των πραγμάτων, αυτή έγκυος να κλαιει, να γελάει σε ένα στυλ διαβολικό, όλο αυτό το μεταφυσικό βγήκε εκ των υστέρων. Η Αφροδίτη τι είναι επιτέλους; Είναι η ενσάρκωση του διαβόλου; Είναι προσωποποιημένος ο πειρασμός; Είναι η αμαρτία στο πρόσωπό της; Είναι η θεά της γονιμότητας; Όλα αυτά τα πολυσήμαντα που βγήκαν στο τέλος βγήκαν μέσα από συζητήσεις, και καβγάδες. Οι δύο τους συναντήθηκαν ένα βράδυ στο ξενοδοχείο, και έρχονται την άλλη μέρα, να μιλήσουμε για το τέλος. Εγώ τους είπα ότι το τέλος είναι... "τελειωμένο". Έπειτα ο Γιώργος μου πρόσφερε το "δώρο" αυτού του σαρδόνιου γέλιου το οποίο με ξάφνιασε αλλά υποψιάστηκα ότι θα μπορούσα να βγάλω κάτι από αυτό. Είπα ας έχω περισσότερο υλικό στο μοντάζ. Στο μοντάζ κατάλαβα που πάει το πράγμα. Αφού το σκέφτηκα επί ώρες κατέληξα πως θα το κάνω.
Θ.Γ. Πόσο εύκολο είναι να κάνει κάποιος ταινίες στην Κύπρο;
Α.Π. Το να κάνεις παλιότερα στην Κύπρο μια ταινία ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Τώρα τα πράγματα είναι λίγο πιο εύκολα. Όταν έκανα τη "Σφαγή του κόκορα" έπρεπε να φέρω τις κάμερες, τα φώτα, το γερανό, τις ράγες, τα πάντα. Ήδη στον καιρό της "Σφαγής του κόκορα" το 1993 εμφανίστηκε στην Κύπρο ένας "γερανός". Φιλμ δεν μπορείς να εμφανίσεις εκεί. Πρέπει να το στείλεις στην Ελλάδα. Ποτέ μου δεν είχα την πολυτέλεια να γυρίζω και να βλέπω τι έχω γυρίσει. Θυμάμαι στο "Βιασμό της Αφροδίτης" τον τελείωσα, χωρίς να δω ούτε ένα κάδρο, ούτε μια εικόνα. Γύριζα "τυφλά". Στο "Τάμα" προσπαθήσαμε να οργανωθούμε καλύτερα αλλά πάλι θέλαμε τέσσερις μέρες μέχρι να σταλεί το video από την Αθήνα. Είναι τεχνικά δύσκολο να γυρίζεις στην Κύπρο. Έχω μάθει ότι κάποιος έχει αγοράσει μια 35άρα κάμερα, υπάρχουν φώτα, υπάρχει μια 16άρα κάμερα στην Πάφο και τα πράγματα τεχνικά έχουν αρχίσει να γίνονται πιο εύκολα. Υπάρχουν τώρα δύο γερανοί και ένα steady cam.
Μαρία Μαυροειδή (Μ.Μ.) Αυτός δεν είναι ένας λόγος παραπάνω να αποφεύγατε την Κύπρο σαν χώρο γυρισμάτων; Θα μειώνατε και το κόστος.
Α.Π. Κάποτε το σκέφτηκα αυτό. Θα μπορούσε η ταινία να γυριστεί στη Γαλλία, στη Βουλγαρία, στην Ισπανία, όπου και εκεί υπάρχει ένα μοναστήρι που κάνουν τάματα. Είπα να κάνω όμως ταινίες, εκεί που ξέρω τους χώρους καλύτερα. Τώρα θέλω να κάνω ταινία στην Ελλάδα.
Θ.Γ. Πώς διεκπεραιώθηκαν οι σκηνές που εκτυλίσσονται στα Κατεχόμενα όπως η τελική σκηνή στο μοναστήρι;
Α.Π. Κάναμε προσπάθειες να πάμε στα κατεχόμενα, απευθείας μέσα από πολιτικούς που έχουν σχέσεις με τους Τούρκους, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του ΟΗΕ... αλλά δεν έγινε δυνατόν να πάμε. Το μοναστήρι ήθελα να το χτίσω στη Βουλγαρία και έκανα ρεπεράζ από τη Ρουμανία μέχρι την Τουρκία. Πέρασα και είδα κάθε μέτρο της ακτής της Μαύρης Θάλασσας στο κομμάτι αυτό. Βρήκαμε χώρο τελικά, στη Σωζούπολη, αλλά ήταν πάρα πολύ μεγάλο το κόστος, δεν μπορούσαμε να χτίσουμε το μοναστήρι και τελικά το κάναμε με special effects. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε στα κατεχόμενα.
Μ.Μ. Εντύπωση μας έκανε η επιτυχημένη επιλογή των δεύτερων ρόλων, που συνήθως είναι προβληματικοί στις Ελληνικές παραγωγές. Πώς επιλέχτηκαν οι ηθοποιοί; Είναι όλοι τους επαγγελματίες ηθοποιοί;
Α.Π. Είναι όλοι τους ηθοποιοί. Φυσικά είχα κάνει πρόβες μαζί τους. Εγώ πάντα αρχίζω από τη φυσιογνωμία και το "εξωτερικό". Ας πούμε ότι θέλουμε να κάνουμε τον Μάκβεθ - που για μένα είναι ένας χασάπης - να είναι ομοφυλόφιλος. Επειδή είναι ένας μεγάλος ρόλος μπορείς να δείξεις τις αλλαγές και να πείσεις τον άλλο μέσα από την διάρκεια της ταινίας. Έχεις την ευκαιρία να αποκαλύψεις αυτό που θέλεις. Αν όμως ο ήρωας πρέπει να περάσει από τη σκηνή για τρία λεπτά, ή μια στιγμή, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Πρέπει να δώσει ένα στίγμα, που να είναι τόσο χαρακτηριστικό ώστε να γίνει κατανοητό και να προσληφθεί άμεσα, πολύ ενεργά, πολύ φωτεινά και πολύ εντυπωσιακά. Επειδή είναι μικρός ο ρόλος. Για παράδειγμα, ο φαλακρός ληστής θα μπορούσε - αν κάναμε μια ταινία γι' αυτόν - να γελά, να ερωτεύεται να κάνει ότι κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Επειδή δεν έχουμε αυτή την ευκαιρία, πρέπει οι μικροί ρόλοι να είναι εξαιρετικά εντυπωσιακοί, προσεγμένοι, δουλεμένοι κτλ. Αυτό είναι το μυστικό. Και όλοι οι μικροί ρόλοι της ταινίας είναι μικρά διαμάντια.
Θ.Γ. Ένας από τους μικρούς ρόλους της ταινίας ανήκει σε εσάς. Πως προέκυψε η εμφάνισή σας στην ταινία; Πώς σας φάνηκε το να είστε μπροστά από τις κάμερες;
Α.Π. Αυτό μπλέκεται με μια άλλη μεγάλη συζήτηση: "Πόσο μεγάλο έπρεπε να είναι το μουστάκι του Χωραφά;". Κόβαμε δέκα-δέκα τρίχες και διαφωνούσαμε. Εγώ το ήθελα πιο στενό, ο Γιώργος το ήθελε πιο μεγάλο. Η πρώτη σκέψη μου ήταν ότι θα έπρεπε να ήταν ένα πάρα πολύ λεπτό μουστάκι πάνω από τα χείλη. Καταλήξαμε όμως στο μουστάκι που έχετε δει στην ταινία. Στο τέλος όμως επειδή θύμιζε Χίτλερ και Σαρλό και ήταν πάρα πολύ χαρακτηριστικό, αποφάσισα να το "αποχιτλεροποιήσω" εισάγοντας άλλα τρία τέτοια μουστάκια. Ανάμεσά τους και το δικό μου. Για το ρόλο αυτό ξύρισα τα μουστάκια και τα γένια μου, έγινα "κακός". Πάμε για δεύτερο ανδρικό ρόλο στα Oscar (γέλια).
Θ.Γ. Ερασιτέχνης είναι σίγουρα ο τρίτος πρωταγωνιστής της ταινίας, το συμπαθητικό γαϊδαράκι που κλέβει την παράσταση; Σας εξέπληξε το γεγονός ότι η παρουσία του "κερδίζει" το κοινό κατά τη διάρκεια της ταινίας;
Α.Π. Σε μια συνάντηση, μου είπε μια κοπέλια ότι "αν κάποτε κάνεις ένα νέο μοντάζ της ταινίας, σε παρακαλώ, μην αφήσεις το γαϊδουράκι να πεθάνει". Είναι τρελό. Εν τω μεταξύ υπάρχει στη σκηνή αυτή, μια φράση που όταν την έβαλα μέσα γέλαγα εγώ ο ίδιος. Βλέπω, λοιπόν, την ταινία πρώτη φορά με κοινό, στο Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας, και δεν γελάει κανείς. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Μετά ρώτησα και κατάλαβα ότι δεν γέλασαν γιατί ήταν έτοιμοι να κλάψουν επειδή πέθανε το γαϊδουράκι. Για μένα αυτό είναι εκπληκτική φιλοφρόνηση και μεγάλο κατόρθωμα να μπορείς να δημιουργήσεις από ένα ζώο ένα χαρακτήρα με τον οποίο οι θεατές να μπορούν να ταυτιστούν και να λυπηθούν όταν πεθαίνει. Γιατί η λύπηση σημαίνει ταύτιση.
Μάθετε στο δεύτερο μέρος
της συνέντευξης για τα παιχνίδια του
χρόνου στην ταινία, τη γνώμη του Ανδρέα
Πάντζη για τα βραβεία και τα μελλοντικά
του σχέδια.
Επιστροφή στην κορυφή
|