|
Γ.Α.: Πέρα από το θέατρο έχετε ασχοληθεί και με τη μουσική και με το χορό. Τα θωρείτε απαραίτητα εφόδια για ένα σύγχρονο ηθοποιό;
Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω, πως ενώ έχω ασχοληθεί και με τη μουσική και με διάφορα είδη κίνησης, πτυχίο έχω πάρει μόνο στην υποκριτική. Άλλωστε από μικρή ήθελα να γίνω ηθοποιός και έλεγα πως αν δεν καταφέρω να το κάνω, τότε και πάλι θα επιδιώξω να ασχοληθώ με κάτι άλλο που να σχετίζεται με την υποκριτική. Για αυτό και με τα άλλα είδη τέχνης, ασχολήθηκα μόνο στο βαθμό που με εξυπηρετούσαν ως ηθοποιό. Θα ξεχώριζα, όμως, τη μουσική και τον ήχο ως τα πιο σημαντικά στοιχεία και εφόδια στην δουλειά μου, καθώς έχουν μεγάλη σημασία για το Θέατρο.
Γ.Α.: Στο θέατρο ξεκινήσατε να δουλεύετε από πολύ νωρίς, ενώ έχετε συνεργαστεί και με τους πιο καταξιωμένους σκηνοθέτες του χώρου. Ποιο νομίζετε ότι ήταν το στοιχείο που σας βοήθησε σε αυτό;
Η αλήθεια είναι πως μπήκα στο θέατρο αμέσως μόλις τελείωσα την Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ήθελα πολύ να μπω σε αυτή τη σχολή, στην οποία και πέρασα μετά από ακρόαση στον ίδιο τον Κουν. Είχαν, όπως μου είπαν αργότερα, κάποιες αμφιβολίες επειδή φαινόμουν πολύ μικρή. Αλλά αυτό ήταν και το πρόβλημά μου πάντα. Και να τελικά που βρέθηκε μια ταινία που μπόρεσε να αξιοποιήσει αυτό το στοιχείο. Εμένα πάλι το ότι φαινόμουν μικρή δεν με πείραζε ποτέ. Περισσότερο ήταν οι άλλοι που το πίστευαν, οπότε και εγώ έπρεπε να τους αποδείξω πως δεν ισχύει και πως όλα γίνονται. Και τώρα που μεγαλώνω νομίζω πως θα αρχίσει το ανάποδο. Θα πρέπει να αποδεικνύω πως μπορώ να παίξω και μικρότερες ηλικίες. Πάντα είχα ένα πόλεμο ανάμεσα στο τι πίστευαν οι άλλοι για μένα και στο τι πίστευα εγώ τον εαυτό μου.
Γ.Α.: Τα τελευταία χρόνια έχετε κάνει και κάποιες σκηνοθετικές απόπειρες. Πως λειτουργεί η σκηνοθεσία για σας;
Και εμένα μου αρέσει να βγάζω από τους ανθρώπους αυτό που δεν φαίνεται. Και εφόσον έχω απέναντί μου ένα ηθοποιό που έχει την ίδια επιθυμία, επιδιώκω να παίζω με αυτό. Ο σκηνοθέτης καλείται να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα ανάμεσα στους ηθοποιούς, ένα αυτόνομο κόσμο πάνω στη σκηνή με δικούς του κώδικες και νόμους. Όσοι όμως είναι έξω από αυτό θα πρέπει να μπορούν να το παρακολουθήσουν. Όταν είσαι μέσα σε αυτό το σύστημα επί σκηνής, νομίζω ότι πρέπει να είσαι μόνο ηθοποιός, ενώ όταν είσαι απέξω, νομίζω πως οφείλεις να ξέρεις πως λειτουργεί αυτό. Η δυσκολία, λοιπόν, της σκηνοθεσίας είναι πρέπει να μπορείς να κατανοείς και τα δύο επίπεδα. Για αυτό και ο σκηνοθέτης θα πρέπει να γνωρίζει πως λειτουργεί ένας ηθοποιός, όπως και ο ψυχαναλυτής θα πρέπει να έχει κάνει ψυχανάλυση. Μετά από είκοσι χρόνια στο θέατρο, νομίζω πως κάτι έχω αρχίσει να καταλαβαίνω.
Γ.Α.: Έχετε κάνει σημαντικές δουλειές στο Θέατρο και στον Κινηματογράφο. Ωστόσο δεν έχετε έντονη παρουσία στο χώρο της τηλεόρασης. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Πήρα τις αποστάσεις μου από την τηλεόραση γιατί η πρώτη μου εμπειρία δεν ήταν καλή. Εκείνα τα χρόνια και έχοντας βγει από το Θέατρο Τέχνης είχα την ανάγκη να παίξω σε ένα σήριαλ για να δοκιμάσω το μέσο που στη Σχολή μας παρότρυναν να αποφύγουμε. Τελικά κατάλαβα πως είχαν δίκιο. Και αυτό γιατί το τελικό προϊόν, όπως βγαίνει, είναι πολύ κακό, η ίδια η διαδικασία είναι πολύ βιαστική, ουσιαστικά δεν γίνονται πρόβες, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να λειτουργήσεις με τους κώδικες που θέλεις. Από εκεί και πέρα μπαίνει το ερώτημα αν σε ενδιαφέρει να μπεις σε αυτούς τους νέους κώδικες. Εγώ τελικά αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν με ενδιαφέρει, και αυτό από μόνο του με έβαλε στην άλλη «πλευρά», λίγο επειδή το ήθελα εγώ, λίγο επειδή το ήθελαν και αυτοί.
Γ.Α.: Μιλάτε για «εσάς» και για τους «άλλους». Σας ενοχλεί αυτός ο διαχωρισμός;
Δεν με ενοχλεί ο διαχωρισμός. Με ενοχλεί όταν προσπαθούν να πουν πως δεν υπάρχει διαφορά, ότι όλα είναι ένα, ενώ δεν είναι . Για κάποιους ανθρώπους που μπορούν να τα κάνουν όλα, όπως ο Διαμαντόπουλος, ο Μιχαλακόπουλος ή ο Λογοθέτης, μπορεί όντως να μην υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός. Έχει όμως σημασία πόσο πολύ είχαν ασχοληθεί πριν με το θέατρο. Για μένα είναι σημαντικό το πότε επιλέγεις να βγάλεις λεφτά. Γιατί θεωρώ πως τηλεόραση κάνει κανείς, κυρίως, για να βγάλει χρήματα. Έχει σημασία να το αποφασίσεις αυτό όταν έχεις ήδη ιστορία πίσω σου, η οποία και δεν κινδυνεύει. Τότε μόνο, κατά τη γνώμη μου, διασώζεις περισσότερα πράγματα. Είναι βομβαρδισμός η εικόνα της τηλεόρασης, ενώ το θέατρο είναι μια πραγματική εμπειρία, όπου θεατής σε βλέπει μόνο μια φορά. Στην τηλεόραση έχει σημασία μόνο το πρόσωπο ενώ στο θέατρο παίζει όλο το σώμα. Για αυτό και ποτέ δεν λέω σε ένα νέο παιδί να μην πάει στην τηλεόραση, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουν να δουν και μόνοι τους τι ισχύει και να έρθουν μετά στα λόγια μου. Άλλωστε, ποτέ δεν είναι μόνο στο χέρι σου να αποφασίζεις για την καριέρα σου. Είναι και στο χέρι των άλλων.
Γ.Α.: Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πήρατε το βραβείο Πρώτου Γυναικείου Ρόλου. Ποια είναι η γνώμη σας για τα Φεστιβάλ και τις βραβεύσεις γενικότερα;
Το Φεστιβάλ για μένα είναι πολύ ωραίο σαν θεσμός. Και πιστεύω πως αν και στο θέατρο είχαμε φεστιβάλ με διεθνείς συμμετοχές, θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Άλλωστε μόνο όταν έρχεσαι σε επαφή με τα αντίστοιχα καλλιτεχνικά προϊόντα των άλλων χωρών καταλαβαίνεις τι κάνεις και που βρίσκεσαι. Για αυτό και θεωρώ ιδιαιτέρως σημαντικό και ενδιαφέρον το διεθνές κομμάτι του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Τα βραβεία είναι επίσης καλό να υπάρχουν, εφόσον δίνονται δίκαια και αξιοκρατικά.
Η Λυδία Κονιόρδου, όταν πήρε το βραβείο Κοτοπούλη είπε πως στην Ελλάδα όλα γίνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν σε αφήνουν να χαρείς. Συμφωνώ απόλυτα μαζί της. Στην δική μου, όμως, περίπτωση αυτό δεν ισχύει, γιατί είμαι λίγο πιο μικρή και δεν μπορώ να πω ακόμη ότι έχω αδικηθεί. Υπάρχουν, όμως, σπουδαίοι άνθρωποι που δεν έχουν βραβευτεί ποτέ, γιατί συνήθως παίρνεις ένα βραβείο είτε επειδή είσαι νέα και πολύ όμορφη, είτε γιατί έχεις καταφέρει να ζήσεις πολλά χρόνια. Εγώ πήρα ένα βραβείο όντας κάπου στη μέση. Και χαίρομαι πολύ για αυτό, όπως χαίρομαι και για όλα τα βραβεία που πήρε η ταινία γιατί, κατά τη γνώμη μου, ήταν πολύ καλή και τα άξιζε. Πιστεύω πως το βραβείο που πήρα φέτος στην Θεσσαλονίκη, έχει να κάνει, κατά κάποιο τρόπο, και με τα βραβεία που δεν πήρα ποτέ, ενώ είχα φτάσει να είμαι υποψήφια. Το θεώρησα, δηλαδή, σαν μία δικαίωση για πράγματα που θα έπρεπε να έχω βραβευτεί και δεν βραβεύτηκα.. Θεωρώ, επίσης, ότι για την βράβευση μου έπαιξε μεγάλο ρόλο η δουλειά της Κατερίνας (Ευαγγελάκου), που πρόσεξε όλους τους ηθοποιούς της στην ταινία και βγήκε αυτό το αποτέλεσμα.
Γ.Α.: Δεν παραβρεθήκατε, όμως, στην απονομή εξαιτίας των επαγγελματικών υποχρεώσεών σας στην Αθήνα. Σας στεναχώρησε το γεγονός αυτό; Τι θα λέγατε αν ήσασταν εκεί;
Θα στεναχωριόμουν πολύ περισσότερο αν ήμουν εκεί και δεν το έπαιρνα όπως μου έχει τύχει στο παρελθόν με θεατρικά βραβεία.. Οπότε δεν με πείραξε καθόλου που ήμουν εδώ και έζησα την αγωνία από απόσταση. Αν ήμουν εκεί για να πάρω το βραβείο, θα ήθελα να το αφιερώσω στις φίλες μου από το σχολείο, στη Μαρία, που έφυγε νωρίς, στη Λία και στη Μυρτώ.
Γ.Α.: Το ελληνικό σινεμά έχει περάσει από διάφορες φάσεις τα τελευταία χρόνια, με πολλές και αμφιλεγόμενης ποιότητας ταινίες. Πως βλέπετε εσείς όλο αυτό το φαινόμενο;
Για να υπάρχουν ποιοτικές ταινίες, θα πρέπει να μπορούν να υπάρχουν και εμπορικές. Θα πρέπει να μπαίνουν παραγωγοί και χρήματα στον κινηματογράφο, για να δημιουργείται και η ανάγκη για την ποιότητα. Όταν δεν κινείται η μηχανή, η ποιότητα πάει χαμένη. Πιστεύω, όμως, πως το κράτος είναι αυτό που θα έπρεπε να πληρώνει τον κινηματογράφο και το θέατρο, όπως θα έπρεπε να πληρώνει και την εκπαίδευση. Και τον πολιτισμό δεν τον πληρώνεις για να σου αποφέρει χρήματα αλλά για να εκπαιδεύσεις τον λαό σου. Επομένως, οφείλεις να δίνεις λεφτά συνεχώς χωρίς να αποσκοπείς στο κέρδος.
Γ.Α.: Πέρα από την ταινία με τι άλλο ασχολείστε αυτή την εποχή;
Στο Απλό Θέατρο παρουσιάζουμε το «Ξεριζωμό» του Μπράιαν Φρίελ. Το έργο έχει σαν θέμα την εποχή που οι Εγγλέζοι με πρόσχημα μια χαρτογράφηση ουσιαστικά εισέβαλλαν σε ένα χωριό της Ιρλανδίας και προσπάθησαν να αλλάξουν όλα τα τοπωνύμια της περιοχής, ώστε οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά να μην ξέρουν που είναι. Ο χαρακτήρες του έργου είναι Ιρλανδοί και Άγγλοι, οι οποίοι στην ουσία μιλούν δύο διαφορετικές γλώσσες.
Επιπλέον, λίγο μετά το Πάσχα, θα σκηνοθετήσω τον μονόλογο ενός Νικαραγουανού Σαντινίστα, με ένα ταλαντούχο ηθοποιό, τον Μανώλη Μαυρομματάκη. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο γιατί ξεκινάει να αφηγείται μια ιστορία για το πώς επιβιώνει ένας άνθρωπος μέσα στον πόλεμο, για να καταλήξει να δείξει πια είναι τα όρια της φρίκης, πότε αυτή η κατάσταση παύει να είναι ανεκτή για το είδος που λέγεται άνθρωπος.
Γ.Α.: Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας και καλή επιτυχία σε ότι κάνετε.
Μάθετε στο πρώτο μέρος της συνέντευξης την άποψή της για την ηρωίδα που ενσαρκώνει, τη συνεργασία της με την Κατερίνα Ευαγγελάκου και πολλά άλλα!
Επιστροφή στην κορυφή
|