Battleship Potemkin
Παραγωγή: 1925

Σκηνοθεσία: Sergei M. Eisenstein
Πρωταγωνιστούν: Aleksandr Antonov, Vladimir Barsky, Grigori Aleksandrov, Ivan Bobrov, Mikhail Gomorov
Ο Sergei Mikhailovich Eisenstein πέθανε ένα παγωμένο βράδυ, στις 11 Φεβρουαρίου του 1948, στη Μόσχα. Εγκαταλελειμμένος και μισητός, θύμα ενός καθεστώτος που τον αποθέωσε αλλά και τον λιθοβόλησε, όταν εκείνος αρνήθηκε να πουλήσει την ψυχή του σΑ αυτό, προδόθηκε από την αδύναμη καρδιά του και ολοκλήρωσε στα πενήντα του μόλις χρόνια την πολύπαθη πορεία του. Μία πορεία που στάθηκε τις περισσότερες φορές σκληρή για τον ίδιο και κράτησε καρφωμένα στο έδαφος πολλά από τα όνειρά του, ωστόσο δεν μπόρεσε να τον κάνει να λοξοδρομήσει από τον γραφτό προορισμό του. Παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια και τις σαρωτικές αποτυχίες, ο Sergei M. Eisenstein άφησε στην έβδομη τέχνη τουλάχιστον τέσσερις μνημειώδεις δημιουργίες (Battleship Potemkin, October, Alexander Nevski, Ivan the Terrible) φτάνοντας σήμερα να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πατέρες της παγκόσμιας σκηνοθεσίας, με τις διαλέξεις περί του «montage of attraction», να αποτελούν θεμέλιο λίθο της θεωρίας του κινηματογράφου. Το 1925, πολλά χρόνια πριν τον Ιβάν τον Τρομερό -την γνωστότερη ταινία του Ρώσου σκηνοθέτη-, τις αποτυχημένες συνεργασίες στο Hollywood και το Μεξικό και τις ρήξεις με το Κόμμα, ο Eisenstein βάζει την πρώτη, καθοριστική πινελιά στον καμβά του Ρωσικού σινεμά, με την ταινία «Battleship Potemkin».
Με αφορμή την εικοστή επέτειο από την αποτυχημένη επανάσταση του 1905 και επιχορηγούμενος από το σοβιετικό κράτος, ο Eisenstein καλείται να ετοιμάσει μία ταινία- φόρο τιμής. Η αρχική του σύλληψη περιλαμβάνει ένα οκταμερές κινηματογραφικό έπος, στο οποίο θα αποτυπώνονται όλα τα περιστατικά των αναταραχών. Τα γυρίσματα ξεκινούν, ο Eisenstein κινηματογραφεί την πρώτη ιστορία που λαμβάνει χώρα στην Odessa και τότε αντιλαμβάνεται πως η ταινία θα έπρεπε να εστιάσει στο συγκεκριμένο συμβάν του Θωρηκτού Ποτέμκιν. Έτσι, καταγράφοντας πιστά το ιστορικό συμβάν, ετοιμάζει το πρώτο του «μεγάλο» φιλμ.
Οι συνθήκες στο Θωρηκτό Ποτέμκιν είναι απαράδεκτες. Το κρέας σερβίρεται στους ναύτες σάπιο, τη στιγμή που οι αξιωματικοί τρώνε σε καλογυαλισμένα σερβίτσια. Το πλήρωμα αντιδρά και αγοράζει φαγητό από την καντίνα σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ένα απόγευμα οι ανώτεροι συγκεντρώνουν όλους στο κατάστρωμα και χωρίζουν τους αντιδραστικούς από τους φρόνιμους. Οι πρώτοι σκεπάζονται από ένα λευκό πανί και μπροστά τους παρατίθεται το εκτελεστικό απόσπασμα. Λίγο πριν δοθεί η εντολή της εκτέλεσης, το πλήρωμα θα ξεσηκωθεί, δίνοντας ένα δυνατό χαστούκι στο χυδαίο, καλοζωισμένο τσαρικό καθεστώς. Η είδηση της ανταρσίας θα διαδοθεί και ο λαός του λιμανιού θα συμπαραταχθεί με το μέρος των ναυτών. Οι διαδηλωτές όμως θα σφαγιαστούν κυριολεκτικά από τις ομάδες των Κοζάκων αστυνομικών και ο προάγγελος της επανάστασης θα πνιγεί στο αίμα.
Πατώντας σε ένα σενάριο που χωρά σε μία μόνη σελίδα, ο Eisenstein αφοσιώνεται στη δύναμη της εικόνας και γίνεται απόλυτος κυρίαρχός της. Τα πλάνα του, τραχιά και γρήγορα συντονίζονται με τους παλμούς ασθμαίνουσας καρδιάς και μεταδίδουν την αγωνία των ιστορικών στιγμών. Στο επίκεντρο της σκηνοθετικής του προσοχής βρίσκονται τα πλήθη. Η οπτική δύναμη των μαζών είναι τεράστια, διαπίστωση που γεννάται και μαζί εφαρμόζεται χάρη στον Ρώσο δημιουργό. Τα κύματα των ανθρώπων -είτε πρόκειται για μία νωχελική νεκροπομπή, είτε για ένα άγριο ξέσπασμα αγανάκτησης- κυριαρχούν στα πλάνα και γίνονται πομποί της συγκλονιστικής ενέργειας την οποία φέρουν. Η μαγεία με τον Eisenstein, ωστόσο, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο πατάει στα δύο άκρα, αφού εξίσου μεγάλη επιμονή δείχνει στα κοντινά πλάνα. Πλάνα προσώπων, για παράδειγμα. Η κάμερά του παρατηρεί τους ήρωες από κοντά, μπαίνει μέσα στο βλέμμα τους, ακολουθεί τη γραμμή των σφιγμένων χειλιών τους, τα χαντάκια των ρυτίδων τους. Τα πρόσωπα πλημμυρίζονται από το συναίσθημά τους και δεν χρειάζονται κανένα περιβάλλον στοιχείο, αφού η οργή ή η θλίψη τους είναι το μόνο ικανό «φόντο» τους. Τα χέρια από την άλλη, οι σφιγμένες γροθιές, τα τεντωμένα ακροδάχτυλα, είναι για τον Eisenstein ζωτικό σημείο της αφήγησης.
Εκτός από μεγάλος κινηματογραφιστής όμως, ο Eisenstein ως γνήσιος Ρώσος του καιρού του υπήρξε και φορέας δύο μεγάλων παθών: της έντονης πολιτικής συνείδησης και της θρησκευτικής μονομανίας. Και αυτό δεν περνά απαρατήρητο, ούτε στο «Θωρηκτό», ούτε στα υπόλοιπα έργα του. Τι άλλο εκτός από βαθιά πίστη στη Θεία Δίκη θα μπορούσε εξάλλου να ανιχνευτεί στη φιγούρα του σύγχρονου Μωυσή που τριγυρίζει αφηνιασμένος στο πλοίο, προτάσσοντας το σύμβολο του σταυρού στους προδότες του έθνους; Και πόσο συμπτωματική είναι η σχέση μίσους και έρωτα που διατήρησε ο Eisenstein με το πολιτικό κατεστημένο, το οποίο χρηματοδότησε την πλειοψηφία των έργων του, δεν κατάφερε ωστόσο να τον προσεταιριστεί; Το σπουδαίο παρόλα αυτά, είναι πως η στρατευμένη τέχνη του Eisenstein δεν θάβεται, αλλά γίνεται αθάνατη, χάρη στα μηνύματά της. Μπορεί πράγματι το «Θωρηκτό» να είναι μία ταινία για τους αγώνες του λαού και αυτό να της στερεί σε όρους καλλιτεχνίας, πότε άλλοτε όμως η αγωνία και η απόγνωση αποτυπώθηκαν με την ένταση που υπάρχει στο βλέμμα της γυναίκας που ανεβαίνει βήμα-βήμα τη σκάλα του λιμανιού, κουβαλά το νεκρό της μωρό και πέφτει νεκρή στις φοβερές σκιές των αόρατων δολοφόνων της; Σε σκοτεινές περιόδους η τέχνη οφείλει να είναι στρατευμένη και ο Eisenstein το αποδεικνύει με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο.
Το Πρόγραμμα των Προβολών

