O Bob είναι ένας ταλαντούχος
Αμερικανός απατεώνας, που πλέον έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Κινείται πλέον στη Γαλλική Ριβιέρα τζογάροντας στα καζίνο του Μόντε
Κάρλο και διατηρώντας επαφές με τον υπόκοσμο των ναρκωτικών.
Διατηρώντας έχοντας αποκτήσει ένα σημαντικό κύκλο γνωριμιών
παραμένει στα μέσα και στα έξω. Αποστασιοποιημένος και βυθισμένος
στις αδυναμίες του, θα πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην ενεργό
δράση όταν θα του προταθεί να οργανώσει μια περίτεχνη απάτη με στόχο
ένα από τα καζίνα του πριγκιπάτου. Η λεία δεν θα βρίσκεται κρυμμένη
σε κάποιο επτασφράγιστο χρηματοκιβώτιο. Θα είναι κρεμασμένη στους
τοίχους. Βέβαια όπως γίνεται πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις ο Bob
δεν θα μπορέσει να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθεια καλών φίλων.. Άδικα
υποστηρίζουν οι κακές γλώσσες ότι το Good Thief οφείλει την γοητεία
και την επιτυχία της στην ταινία του 1955 "Bob Le Flambeur" από τον
Jean-Pierre Melville στην οποία βασίστηκε. Η τελευταία δημιουργία
του Neil Jordan διαθέτει πολλά ενδιαφέροντα συστατικά για να
χαρακτηριστεί αυτοδίκαια ενδιαφέρουσα. Κατ’ αρχήν ο Nick Nolte
εκμεταλλεύεται την ευκαιρία που του δίνεται, για να ξεδιπλώσει το
σπουδαίο υποκριτικό του ταλέντο. Είναι ιδανικός στο ρόλο του Bob,
ενός ανθρώπου με αδυναμίες αλλά και χαρακτήρα. Ο Nolte γίνεται ένα
με τον χαρακτήρα που υποδύεται αποδίδοντας άψογα τις ατάκες, με την
γοητευτικά ταλαιπωρημένη φωνή του. Το σίγουρο είναι ότι μετά τις
ερμηνείες, η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Neil Jordan, είναι το
στοιχείο του Good Thief που κερδίζει το θεατή από την πρώτη στιγμή.
Εκτός από τα χρώματα στα πλάνα σημαντικό ρόλο παίζει και η μουσική
του Elliot Goldenthal (βραβευμένου πρόσφατα με Oscar για το Frida).
Γοητευτικός είναι επίσης ο συνδυασμός της κοσμοπολίτικης Ριβιέρας με
τον ανατολίτικο χαρακτήρα του εκεί υποκόσμου. Καταλήγοντας το
συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα, ότι το Good Thief δεν είναι απλά μια
εύπεπτη ιστορία απάτης. Είναι μια ταινία που πρώτα απ’ όλα ένα
σύγχρονο φιλμ νουάρ, και μάλιστα αρκετά επιτυχημένο.