Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 τη γερμανική κοινωνία κατέκλυσε μία σειρά μανιακών κατά συρροήν δολοφόνων. Μία από τις χαρακτηριστικές και περισσότερο ακραίες περιπτώσεις, αυτή του «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ», Πήτερ Κόρτερ, ο οποίος οδήγησε την κοινή γνώμη σε μαζική ψύχωση, λόγω της συνήθειάς του να πίνει το αίμα των θυμάτων του, αποτέλεσε τη πρώτη ύλη για έναν από τους αρτιότερους και αναμφίβολα τρομακτικότερους κινηματογραφικούς μύθους.
Το 1931, την ίδια χρονιά που ο Κόρτερ εκτελέστηκε, έκανε την πρεμιέρα της στο Βερολίνο η ταινία «Μ», ένα ψυχοπαθολογικό κοινωνικό θρίλερ του Αυστριακού σκηνοθέτη Φρίτς Λάνγκ. Πρόκειται για την πρώτη ομιλούσα γερμανική ταινία και μία από τις πρώτες ομιλούσες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Μάλιστα, γυρίστηκε λίγα χρόνια πριν ο σπουδαίος αυτός σκηνοθέτης αυτοεξοριστεί στη Γαλλία και από εκεί στις ΗΠΑ και το Hollywood, εκδηλώνοντας απροκάλυπτα την αποστροφή του προς το επεκτεινόμενο ναζιστικό καθεστώς.
Η ταινία «Μ» (αρχικό της γερμανικής λέξης Mørder) μας μεταφέρει τις εικόνες και τον παλμό μίας τυπικής γερμανικής αστικής κοινωνίας, η οποία λίγο πριν το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αλλά -σε πρώτο επίπεδο- απόλυτα αποστειρωμένη από κάθε προμήνυμα του επερχόμενου ναζιστικού εφιάλτη, βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού, λόγω της ανεξέλεγκτης δράσης ενός κατά συρροήν δολοφόνου. Ο μυστηριώδης άνδρας κινείται διακριτικά μέσα στις σκιές και τις σιωπές, που ο Λάνγκ καταφέρνει να συντονίσει με μαεστρία συγκρίσιμη μονάχα με εκείνη του Χίτσκοκ, ψάχνοντας το επόμενο θύμα του: μικρά κορίτσια, τα ονόματα των οποίων γρήγορα διαδέχονται το ένα το άλλο στα αστυνομικά δελτία. Ένας ολόκληρος μηχανισμός ενεργοποιείται, αποτελούμενος όχι τόσο από τις αναποτελεσματικές αστυνομικές δυνάμεις, που γρήγορα περνούν σε δεύτερο πλάνο, όσο από την τοπική εγκληματική κοινότητα. Και έτσι, ένα νοσηρό κυνήγι αρχίζει, δίχως αμιγώς προκαθορισμένους τους ρόλους του κυνηγού και του θηράματος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ο πρωταγωνιστής Πήτερ Λόρρε, κυριολεκτικά δημιούργησε σε κινηματογραφικό επίπεδο, με αυτή τη διεισδυτική του σπουδή τον ίδιο τον ρόλο του ψυχοπαθούς serial killer. Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που ο ίδιος κληροδότησε με την ασφυκτικά ρεαλιστική, σχεδόν νατουραλιστική του ερμηνεία, διακρίνονται ευκρινώς σε μετέπειτα αριστουργήματα του είδους, όπως το Ψυχώ και η Σιωπή των Αμνών.
Η περισσότερο ενδιαφέρουσα όμως πλευρά της συγκεκριμένης ταινίας έγκειται στο γεγονός πως ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, ο Δράκος, «απασχολεί» σημαντικά μικρό αριθμών πλάνων. Η προσέγγιση γίνεται με μεγάλη φειδώ, σχεδόν «τρομαγμένα». Ο θεατής παίρνει ακριβώς όσα είναι απαραίτητα, προκειμένου να γιγαντωθεί μέσα του η ανησυχία και ο φόβος. Τα κίνητρα, οι μέθοδοι, οι σκέψεις μένουν καλά κρυμμένα πίσω από πολλαπλά σύννεφα επιτηδευμένων σεναριακών υπεκφυγών. Όλα αυτά μέχρι την τελική σκηνή απολογίας του Δράκου, μπροστά στο ιδιόρρυθμο «λαϊκό δικαστήριο», οπού αποκαλύπτεται το εύρος της εσωτερικής του πάλης με την άλλη πλευρά, την Σκοτεινή. Η βουτιά στην νοσηρή του αντίληψη είναι ακαριαία, μη αναστρέψιμη και δίχως ανάσα. Η αλήθεια του τινάζει σαν γυμνό καλώδιο τις συνειδήσεις των ακροατών (εντός και εκτός οθόνης) και ανατρέπει με το αναγκαίο θράσος κάθε ισορροπία καλού και κακού, σωστού και λάθους, σε μία κοινωνία που φαίνεται να βυθίζεται προοδευτικά στην απόλυτη ηθική συσκότιση.
Παντελής Φραντζής